O Senhor concede vitória ao seu povo
Cântico. Salmo de Davi
1 Preparado está o meu coração, ó Deus;
cantarei e darei louvores
até com a minha glória.
2 Despertai, saltério e harpa;
eu mesmo despertarei ao romper da alva.
3 Louvar-te-ei entre os povos, Senhor,
e
a ti cantarei louvores entre
as nações.
4 Porque a tua benignidade
se estende até aos céus,
e a tua verdade chega
até às mais altas nuvens.
5 Exalta-te sobre os céus,
ó Deus,
e a tua glória
sobre toda a terra.
6 Para que sejam livres
os teus amados,
salva-nos com a tua destra,
e ouve-nos.
7 Deus falou na sua santidade;
eu me regozijarei; repartirei a Siquém,
e medirei o vale de Sucote.
8 Meu é Gileade, meu é Manassés;
e Efraim
a força da minha cabeça,
Judá o meu legislador.
9 Moabe a minha bacia
de lavar;
sobre Edom lançarei
o meu sapato,
sobre a Filístia jubilarei.
10 Quem me levará
à cidade forte?
Quem me guiará até Edom?
11 Porventura não serás tu, ó Deus, que nos rejeitaste?
E não sairás, ó Deus,
com os nossos exércitos?
12 Dá-nos auxílio para sair da angústia,
porque vão é o socorro da parte do homem.
13 Em Deus faremos proezas,
pois ele calcará aos pés os nossos inimigos.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
Θα την ξυπνήσω την αυγή
1 Ωδή του Δαβίδ.
2 Θεέ, είν’ η καρδιά μου στεριωμένη.
Θα ψάλω και θα παίξω μουσική.
Εμπρός, ψυχή μου!
3 Ξύπνα άρπα και κιθάρα μου,
θέλω εγώ τον ήλιο να ξυπνήσω.
4 Θα σε δοξολογήσω στους λαούς μέσα, Κύριε,
στα έθνη μέσα ύμνους θα σου ψάλω.
5 Γιατ’ είναι πιο μεγάλη
κι απ’ τους ουρανούς η αγάπη σου,
και φτάνει ως τα σύννεφα η πιστότητά σου.
6 Υψώσου ως απάνω στους ουρανούς, Θεέ,
πάνω σ’ ολόκληρη τη γη ας είναι η δόξα σου!
7 Για να ελευθερωθούν οι αγαπητοί σου,
σώσε μας με τη δύναμή σου
και δώσ’ μου απόκριση.
8 Ο Θεός μίλησε
μέσα στον άγιο του ναό:
«Θα θριαμβεύσω, θα σας μοιράσω τη Συχέμ
και την κοιλάδα της Σουκώθ
θα σας παραχωρήσω.
9 Δικός μου είν’ ο Γαλαάδ,
δικός μου ο Μανασσής·
ο Εφραΐμ, η περικεφαλαία μου,
και νομοθέτης μου ο Ιούδας.
10 Είν’ η Μωάβ λεκάνη όπου νίβομαι,
και ρίχνω το σανδάλι μου στη χώρα του Εδώμ·λεκάνη...σανδάλι. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 60:10.
πολεμική ιαχή ενάντια στων Φιλισταίων τη χώρα θ’ αλαλάξω».
11 Ποιος θα με φέρει στην οχυρωμένη πόλη;
και ποιος θα μ’ οδηγήσει ως την Εδώμ;
12 Ποιος άλλος από σένα, Θεέ, που μας απέρριψες,
και που δε βγαίνεις πια στον πόλεμο,
Θεέ, με τις στρατιές μας;
13 Δώσ’ μας βοήθεια στον εχθρό ενάντια·
είναι ανώφελη η ανθρώπινη βοήθεια.
14 Με το Θεό μαζί μας
θα κάνουμε σπουδαία κατορθώματα·
εκείνος θα συντρίψει τους εχθρούς μας.