O dilema da prosperidade dos ímpios
Salmo de Asafe
1 Verdadeiramente bom é Deus para com Israel,
para com os limpos
de coração.
2 Quanto a mim, os meus pés quase que se desviaram;
pouco faltou
para que escorregassem
os meus passos.
3 Pois eu tinha inveja dos néscios,
quando via a prosperidade dos ímpios.
4 Porque não há apertos na sua morte,
mas firme está a sua força.
5 Não se acham em trabalhos como outros homens,
nem são
afligidos como
outros homens.
6 Por isso a soberba os cerca como um colar;
vestem-se de
violência como
de adorno.
7 Os olhos deles estão inchados de gordura;
eles têm mais do
que o coração podia desejar.
8 São corrompidos e tratam maliciosamente de opressão;
falam arrogantemente.
9 Põem as suas bocas contra os céus,
e as suas línguas andam
pela terra.
10 Por isso o povo dele volta aqui,
e águas
de copo cheio
se lhes espremem.
11 E eles dizem:
Como o sabe
Deus? Há conhecimento
no Altíssimo?
12 Eis que estes são ímpios,
e prosperam no mundo;
aumentam em riquezas.
13 Na verdade que em vão tenho purificado o meu coração;
e lavei as
minhas mãos
na inocência.
14 Pois todo o dia tenho sido afligido,
e castigado cada manhã.
15 Se eu dissesse: Falarei assim;
eis que
ofenderia a geração
de teus filhos.
16 Quando pensava em entender
isto, foi
para mim muito
doloroso;
17 Até que entrei no santuário de Deus;
então entendi
eu o fim deles.
18 Certamente tu os puseste em lugares escorregadios;
tu os lanças
em destruição.
19 Como caem na desolação,
quase num momento!
Ficam totalmente consumidos
de terrores.
20 Como um sonho,
quando se acorda, assim, ó Senhor,
quando acordares,
desprezarás a aparência deles.
21 Assim o meu coração se azedou,
e sinto picadas
nas minhas entranhas.
22 Assim me embruteci, e nada sabia;
fiquei como um
animal perante ti.
23 Todavia estou de contínuo contigo;
tu me sustentaste
pela minha mão
direita.
24 Guiar-me-ás com o teu conselho,
e depois me receberás na glória.
25 Quem tenho eu
no céu senão a ti?
E na terra não há
quem eu deseje além de ti.
26 A minha carne e o meu coração desfalecem;
mas Deus é a fortaleza do meu coração,
e a minha porção
para sempre.
27 Pois eis que os que se alongam de ti, perecerão;
tu tens destruído todos
aqueles que
se desviam de ti.
28 Mas para mim, bom é aproximar-me de Deus;
pus a minha confiança no Senhor Deus,
para anunciar todas
as tuas obras.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
Όταν φαίνεται πως οι κακοί σε όλα πετυχαίνουν
1 Ψαλμός του Ασάφ.
Πόσο καλός είν’ ο Θεός για τον Ισραήλ,
για όσους έχουν καθαρή καρδιά!
2 Ωστόσο θα κλονίζονταν, παρά λίγο,
τα πόδια μου·
λίγο ακόμη και θα γλίστραγαν τα βήματά μου.
3 Γιατί τους αλαζόνες ζήλεψα,
την ευτυχία βλέποντας των ασεβών.
4 Αυτοί δεν δοκιμάζουν λύπες!
Κι είναι όλο υγεία κι ευεξία το σώμα τους.
5 Οι μόχθοι των θνητών
σ’ εκείνους δεν υπάρχουν·
σκληρά δεν τιμωρούνται
καθώς οι άλλοι άνθρωποι.
6 Για τούτο στο λαιμό τους
σαν περιδέραιο φορούν την έπαρση·
και σαν χιτώνας τούς σκεπάζει η αδικία.
7 Απ’ την αναισθησία πηγάζει η κακία τους
και φαίνονται οι αμαρτωλές επιθυμίες της καρδιάς τους.
8 Ειρωνεύονται τους άλλους, εγκωμιάζουν το κακό,
με αναίδεια μιλάνε κι απειλητικά.
9 Ως και τους ουρανούς τούς έπιασαν στο στόμα τους,
κι η γλώσσα τους τη γη σαρώνει.
10 Για τούτο ξεστρατίζει του Θεού ο λαός
και σ’ αυτούς βρίσκει
ικανοποίηση η δίψα τους.
11 Και λένε: «Πώς θα το ξέρει ο Θεός;»
Κι ακόμη λένε: «Τάχα λαβαίνει γνώση ο Ύψιστος;»
12 Να, αυτοί είναι οι ασεβείς
και οι αιώνια αμέριμνοι:
Αυξάνουνε σε δύναμη.
13 Άραγε άσκοπα καθάρισα, Κύριε, την καρδιά μου
κι έπλυνα τα χέρια μου
για να δείξω την αθωότητά μου;
14 Τιμωρημένος ήμουν κάθε μέρα·
και παιδευόμουν τα πρωινά.
15 Αν συλλογιόμουν: «Θα μιλήσω σαν κι αυτούς»,
τη γενιά τότε των παιδιών σου
θα την πρόδινα.
16 Προσπάθησα το θέμα αυτό να το σκεφτώ
και να το καταλάβω,
αλλά στα μάτια μου φαινόταν πράγμα δύσκολο·
17 ωσότου μπήκα στο άγιο του Θεού
και κατανόησα ποιο θα είν’ το τέλος τους.
18 Αχ, τους έβαλες, αλήθεια, σ’ έδαφος ολισθηρό,
τους έκανες να πέσουν σε ερείπια.
19 Πώς έγιναν σε μια στιγμή συντρίμμια!
Χάθηκαν κι είχαν τέλος τρομερό.
20 Σαν τ’ όνειρο που χάνεται στο ξύπνημα,
έτσι θα εξαφανίσεις, Κύριε, την εικόνα τους,
όταν θα επέμβεις.
21 Όσο καιγόταν η καρδιά μου,
και στα νεφρά μου πόνοι μ’ έσφαζαν,
22 ήμουν ανόητος
και τίποτα δεν καταλάβαινα·
στεκόμουνα μπροστά σου σαν το ζώο.
23 Ωστόσο, εγώ πάντα κοντά σου βρίσκομαι
και με κρατάς απ’ το δεξί μου χέρι.
24 Με τις δικές σου συμβουλές με οδηγείς,
κοντά στη δόξα σου με παίρνεις.
25 Ποιον άλλον έχω, αν όχι εσένανε, στον ουρανό;
Τι άλλο ακόμα να ποθήσω πάνω στη γη
αφού έχω εσένα;
26 Η σάρκα μου εξαντλήθηκε, το ίδιο κι η καρδιά μου
μα της καρδιάς μου βράχος
και μερίδα μου, ο Θεός
για τους αιώνες θα ’ναι.
27 Γιατί να, καταστρέφονται
όσοι από σένα ξεμακραίνουν·
τους εξοντώνεις όλους αυτούς
που σου είναι άπιστοι.
28 Αλλά εγώ, να προσηλώνομαι στο Θεό,
αυτή ’ναι η ευτυχία μου·
την ελπίδα μου απόθεσα στον Κύριο και Θεό,
όλα για να εξιστορώ τα θαυμαστά σου τα έργα.