1 Άνοιξε τις πύλες σου, Λίβανε, φωτιά ας καταφάει τους κέδρους σου! 2 Θρηνήστε, κυπαρίσσια! Έπεσαν οι κέδροι, τα μεγαλόπρεπα δέντρα εξαφανίστηκαν. Θρηνήστε, βελανιδιές της Βασάν! Το αδιάβατο δάσος κόπηκε σύρριζα. 3 Ακούστε το θρήνο των βοσκών, που τα κοπάδια τους καταστράφηκαν. Ακούστε πώς μουγκρίζουν τα λιονταρόπουλα,βοσκών...λιονταρόπουλα. Όροι που υποδηλώνουν τους βασιλείς των εθνών και τους λαούς τους. γιατί οι μικροί θάμνοι του Ιορδάνη ερημώθηκαν.
4 Ο Κύριος ο Θεός μου μού είπε: «Φρόντισε τα πρόβατα που είναι για σφάξιμο, 5 που οι ιδιοκτήτες τους τα σφάζουν χωρίς να νιώθουν καμιά ενοχή. Τα πουλάνε και λένε: "δόξα τω θεώ, τα οικονομήσαμε!" Κι ούτε οι βοσκοί τους δεν τα λυπούνται».
6 Ο Κύριος λέει: «Ούτε κι εγώ θα λυπηθώ πια τους κατοίκους της γης. Θα παραδώσω τον καθένα στην αυθαιρεσία του γείτονά του και του βασιλιά του. Ας καταστρέψουν τη γη οι βασιλιάδες· εγώ δεν πρόκειται να γλιτώσω τους λαούς από την εξουσία τους».
7 Ανέλαβα, λοιπόν, τη φροντίδα των προβάτων που οι ζωέμποροι τα είχανε για σφάξιμο. Πήρα δυο γκλίτσες: τη μία την ονόμασα, «καλοσύνη» και την άλλη «ομόνοια», και φρόντισα μ’ αυτές τα πρόβατα. 8 Εξαφάνισα τους τρεις κακούς βοσκούς τουςτους τρεις κακούς βοσκούς τους. Ο προφήτης υπαινίσσεται τρεις υπευθύνους του λαού, γνωστούς στους αναγνώστες του, οι οποίοι είχαν εξουδετερωθεί διαδοχικά. Πιθανόν να πρόκειται για τρεις αρχιερείς. σ’ ένα μήνα. Βαρέθηκα όμως τα πρόβατα, γιατί αυτά αδιαφορούσαν για μένα. 9 Τότε είπα: «Δε σας φροντίζω πια! Όποιο είναι να πεθάνει ας πεθάνει· όποιο θέλει να χαθεί ας χαθεί· και τα υπόλοιπα ας φάει το ένα το άλλο». 10 Μετά πήρα τη γκλίτσα μου την «καλοσύνη» και την έσπασα, για να ακυρώσω την ανακωχή που ο Κύριος είχε κάνει για χάρη του Ισραήλ με όλους τους λαούς. 11 Έτσι διαλύθηκε η ανακωχή εκείνη την ημέρα, και οι ζωέμποροι που με παρατηρούσαν κατάλαβαν ότι είχα ενεργήσει έτσι με εντολή του Κυρίου.
12 Τότε τους είπα: «Αν σας φαίνεται καλό, δώστε μου το μισθό μου· αν όμως όχι, κρατήστε τον». Μου μέτρησαν λοιπόν το μισθό μου, τριάντα αργύρια.τριάντα αργύρια. Αυτή ήταν η μέση τιμή αγοράς ενός δούλου.13 Και μου είπε ο Κύριος: «Εύγε! Ρίξ’ τα στο χυτήριο· τόσο με εκτίμησαν». Πήγα λοιπόν στο ναό και πέταξα τα τριάντα αργύρια στον άνθρωπο που λιώνει στο χυτήριο το χρυσάφι και το ασήμι του ναού. 14 Μετά έσπασα και την άλλη γκλίτσα μου, την «ομόνοια», για να διαλύσω τον αδερφικό δεσμό ανάμεσα στο λαό του Ιούδα και στο λαό του Ισραήλ.Ο προφήτης πιθανώς υπαινίσσεται τη ρήξη που επήλθε περί το 328 π.Χ. ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ (Ιούδας) και στη Σαμάρεια (Ισραήλ).
15 Επίσης ο Κύριος μου είπε: «Προετοιμάσου πάλι να υποδυθείς τώρα τον κακό βοσκό. 16 Πράγματι, εγώ θ’ αναδείξω έναν άλλο βοσκό στη χώρα. Αυτός το χαμένο πρόβατο δεν θα το φροντίζει· το παραπλανημένο δεν θα το αναζητεί· το τραυματισμένο δεν θα το γιατρεύει και το άρρωστο δεν θα το φροντίζει. Θα σκίζει μάλιστα το δίχειλο νύχι τους, για να μην μπορούν να φύγουν· και τα καλύτερα απ’ αυτά θα τα τρώει ο ίδιος. 17 Αλίμονο στον άχρηστο αυτό βοσκό, που εγκαταλείπει το κοπάδι! Να του κοπεί το χέρι με το ξίφος και να του βγει το μάτι το δεξί! Το χέρι του να ξεραθεί τελείως και το μάτι του να σβήσει!»
1 Open thy doors, O Lebanon, that the fire may devour thy cedars. 2 Howl, fir tree; for the cedar is fallen; because the mighty are spoiled: howl, O ye oaks of Bashan; for the forest of the vintage is come down.11.2 mighty: or, gallants11.2 the forest…: or, the defenced forest
3 There is a voice of the howling of the shepherds; for their glory is spoiled: a voice of the roaring of young lions; for the pride of Jordan is spoiled.
4 Thus saith the LORD my God; Feed the flock of the slaughter; 5 Whose possessors slay them, and hold themselves not guilty: and they that sell them say, Blessed be the LORD; for I am rich: and their own shepherds pity them not. 6 For I will no more pity the inhabitants of the land, saith the LORD: but, lo, I will deliver the men every one into his neighbour’s hand, and into the hand of his king: and they shall smite the land, and out of their hand I will not deliver them.11.6 deliver: Heb. make to be found 7 And I will feed the flock of slaughter, even you, O poor of the flock. And I took unto me two staves; the one I called Beauty, and the other I called Bands; and I fed the flock.11.7 even…: or, verily the poor11.7 Bands: or, Binders 8 Three shepherds also I cut off in one month; and my soul lothed them, and their soul also abhorred me.11.8 lothed…: Heb. was straightened for them 9 Then said I, I will not feed you: that that dieth, let it die; and that that is to be cut off, let it be cut off; and let the rest eat every one the flesh of another.11.9 another: Heb. his fellow, or, neighbour
10 And I took my staff, even Beauty, and cut it asunder, that I might break my covenant which I had made with all the people. 11 And it was broken in that day: and so the poor of the flock that waited upon me knew that it was the word of the LORD.11.11 so…: or, the poor of the flock, etc. certainly knew 12 And I said unto them, If ye think good, give me my price; and if not, forbear. So they weighed for my price thirty pieces of silver.11.12 If ye…: Heb. If it be good in your eyes 13 And the LORD said unto me, Cast it unto the potter: a goodly price that I was prised at of them. And I took the thirty pieces of silver, and cast them to the potter in the house of the LORD. 14 Then I cut asunder mine other staff, even Bands, that I might break the brotherhood between Judah and Israel.11.14 Bands: or, Binders
15 And the LORD said unto me, Take unto thee yet the instruments of a foolish shepherd. 16 For, lo, I will raise up a shepherd in the land, which shall not visit those that be cut off, neither shall seek the young one, nor heal that that is broken, nor feed that that standeth still: but he shall eat the flesh of the fat, and tear their claws in pieces.11.16 cut off: or, hidden11.16 feed: or, bear 17 Woe to the idol shepherd that leaveth the flock! the sword shall be upon his arm, and upon his right eye: his arm shall be clean dried up, and his right eye shall be utterly darkened.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.