Ο Μωυσής υπενθυμίζει στους Ισραηλίτες τις υποσχέσεις του Κυρίου
1 Αυτά είναι τα λόγια που είπε ο Μωυσής στους Ισραηλίτες, ενώ ακόμα βρίσκονταν στην έρημο, ανατολικά του Ιορδάνη. Ήταν στην πεδιάδα κοντά στη Σουφ, ανάμεσα στην έρημο Φαράν από τη μια μεριά και στις πόλεις Τόφελ, Λαβάν, Ασηρώθ και Διζαάβ από την άλλη. 2 (Από το όρος Χωρήβ ως την Κάδης-Βαρνή είναι πορεία έντεκα ημερών, περνώντας κανείς από το όρος Σηείρόρος Σηείρ. Άλλη ονομασία για την ορεινή περιοχή των Εδωμιτών (βλ. υποσ. εις Γεν 32:4).). 3 Το τεσσαρακοστό έτος μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, την πρώτη του ενδέκατου μήνα, μίλησε ο Μωυσής στους Ισραηλίτες και τους είπε όλα όσα τον είχε διατάξει ο Κύριος σχετικά μ’ αυτούς. 4 Αυτό έγινε αφού είχε νικήσει το Σιχόν, βασιλιά των Αμορραίων, που κατοικούσε στην Εσεβών, και τον Ωγ, βασιλιά της Βασάν, που κατοικούσε στην Ασταρώθ και στην Εδρεΐ. 5 Πέρα, λοιπόν, από τον Ιορδάνη, στη Μωάβ, ο Μωυσής άρχισε να εξηγεί αυτόν το νόμο:
6 Όταν ήμασταν στο όρος Χωρήβ, ο Κύριος ο Θεός μας μάς είπε: «Αρκετά καθίσατε σ’ αυτό το βουνό. 7 Γυρίστε τώρα και πάρτε το δρόμο που οδηγεί στο βουνό των Αμορραίων και σ’ όλη τη γύρω περιοχή –στην πεδιάδα, στο βουνό και στην κοιλάδα του Ιορδάνη, στο νότιο μέρος και στην ακτή της θάλασσας, στη χώρα των Χαναναίων και στο Λίβανο ως τον μεγάλο ποταμό, τον Ευφράτη. 8 Βλέπετε, σας παραχωρώ όλη αυτή τη χώρα. Μπείτε και κυριέψτε την. Είναι η χώρα που εγώ, ο Κύριος, την υποσχέθηκα με όρκο να τη δώσω στους προγόνους σας Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, καθώς και στους απογόνους τους μετά απ’ αυτούς».
Ο διορισμός κριτών
9 Εκείνη την εποχή εγώ σας είπα: «Δεν μπορώ να έχω μόνος μου την ευθύνη για όλους εσάς. 10 Ο Κύριος ο Θεός σας σάς πλήθυνε και τώρα είστε πολλοί, όσα τ’ αστέρια του ουρανού· 11 Μακάρι ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων σας, να σας κάνει χίλιες φορές περισσότερους και να σας ευλογήσει, όπως σας το υποσχέθηκε. 12 Αλλά πώς να σηκώσω εγώ μόνος μου το βάρος του διακανονισμού των διαφορών σας, των απαιτήσεων και των προστριβών σας; 13 Διαλέξτε, λοιπόν, από κάθε φυλή σας άντρες ικανούς, έμπειρους και δοκιμασμένους, για να τους βάλω αρχηγούς σας».
14 Κι εσείς μου αποκριθήκατε: «Καλό είναι αυτό που μας προτείνεις να κάνουμε».
15 Στους αρχηγούς, λοιπόν, των φυλών σας, οι οποίοι ήταν άντρες ικανοί και έμπειροι, έδωσα εξουσία πάνω σε χίλια, σε εκατό, σε πενήντα και σε δέκα άτομα, και σε άλλους απ’ αυτούς ανέθεσα την επίβλεψη ολόκληρης φυλής. 16 Επίσης, με την ευκαιρία, έδωσα στους δικαστές σας αυτούς ορισμένες οδηγίες: «Ν’ ακούτε», τους είπα, «με προσοχή τις υποθέσεις των συμπατριωτών σας και να κρίνετε δίκαια τις διαφορές του καθενός, είτε αυτές είναι μ’ έναν Ισραηλίτη είτε μ’ έναν ξένο. 17 Να μη μεροληπτείτε όταν κρίνετε. Ν’ ακούτε με την ίδια προσοχή και τους ασήμαντους και τους σπουδαίους. Μη φοβάστε κανέναν, γιατί η κρίση είναι έργο θεϊκό. Κι αν κάποια περίπτωση είναι πολύ δύσκολη για σας, να τη φέρνετε σ’ εμένα κι εγώ θα βγάζω την απόφαση».
18 Τότε σας έδωσα οδηγίες για όλα όσα έπρεπε να κάνετε.
Αποστολή κατασκόπων στην Κάδης-Βαρνή
19 Έπειτα φύγαμε από το Χωρήβ και διασχίσαμε όλη εκείνη τη μεγάλη και φοβερή έρημο που είδατε, ακολουθώντας το δρόμο προς τα βουνά των Αμορραίων, όπως μας διέταξε ο Κύριος, ο Θεός μας. Έτσι φτάσαμε στην Κάδης-Βαρνή. 20 Τότε σας είπα: «Να που φτάσατε στα βουνά των Αμορραίων, που μας τα δίνει ο Κύριος, ο Θεός μας. 21 Κοιτάξτε! Αυτός σας δίνει τη χώρα που απλώνεται μπροστά σας. Πηγαίνετε και κατακτήστε την, όπως σας είπε ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων σας. Μη φοβάστε και μη χάνετε το θάρρος σας!»
22 Τότε ήρθατε όλοι σας και μου είπατε: «Να στείλουμε μερικούς άντρες πριν από μας, για να κατασκοπεύσουν τη χώρα και να μας δώσουν πληροφορίες σχετικά με το δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε και με τις πόλεις που θα συναντήσουμε». 23 Η ιδέα μού φάνηκε καλή και έστειλα από σας δώδεκα άντρες, έναν από κάθε φυλή. 24 Έφυγαν, πέρασαν το βουνό και έφτασαν στην Κοιλάδα ΕσκώλΚοιλάδα Εσκώλ. Βλ. Αρ 13:23 και την αντίστοιχη υποσημείωση. και την εξερεύνησαν. 25 Μάζεψαν και καρπούς από τη χώρα και μας τους έφεραν. Στην αναφορά που μας έδωσαν μας είπαν: «Η χώρα που μας δίνει ο Κύριος, ο Θεός μας, είναι πολύ εύφορη».
26 Εσείς, όμως δεν θελήσατε να προχωρήσετε και αρνηθήκατε να υπακούσετε στη διαταγή του Κυρίου, του Θεού σας. 27 Μέσα στις σκηνές σας δυσανασχετούσατε και λέγατε: «Ο Κύριος μας μισούσε και γι’ αυτό μας έβγαλε από την Αίγυπτο. Θέλει να μας παραδώσει στην εξουσία των Αμορραίων, για να μας εξοντώσουν. 28 Πού ξεκινάμε να πάμε; Χάσαμε πια το θάρρος μας, μετά απ’ όσα μας είπαν αυτοί που γύρισαν από ’κει. Μας είπαν ότι ο λαός εκείνος είναι ισχυρότερος και πολυπληθέστερος από μας· ότι οι πόλεις τους είναι μεγάλες και οχυρωμένες, με τείχη που φτάνουν ως τον ουρανό· κι ακόμα ότι είδαν εκεί και τους απογόνους του γίγαντα Ανάκ».
29 Εγώ τότε σας έλεγα: «Μην τρομάζετε και μην τους φοβάστε. 30 Ο Κύριος, ο Θεός σας, πηγαίνει μπροστά από σας κι αυτός θα πολεμήσει για σας, όπως ακριβώς έκανε μπροστά στα μάτια σας στην Αίγυπτο 31 καθώς και στην έρημο. Είδατε πώς σας σήκωσε στα χέρια του, όπως ένας σηκώνει το παιδί του, σ’ όλο το δρόμο που πορευτήκατε, ώσπου να φτάσετε σ’ αυτόν εδώ τον τόπο». 32 Στο ζήτημα εκείνο όμως δε δείξατε εμπιστοσύνη στον Κύριο, το Θεό σας, 33 που πήγαινε μπροστά από σας για να σας βρίσκει τόπο να κατασκηνώνετε. Και για να σας δείχνει το δρόμο που έπρεπε να βαδίζετε προπορευόταν τη νύχτα μέσα σε φωτιά και τη μέρα μέσα στη νεφέλη.
Ο Θεός τιμωρεί τους Ισραηλίτες
34 Ο Κύριος άκουσε τα παράπονά σας, οργίστηκε και υποσχέθηκε με όρκο: 35 «Κανένας από τους ανθρώπους αυτής της κακής γενιάς δεν θα δει την εύφορη γη, που υποσχέθηκα με όρκο να δώσω στους προγόνους σας, 36 εκτός από το Χάλεβ, γιο του Ιεφοννή· αυτός θα τη δει και θα δώσω σ’ αυτόν και στους γιους του, τη χώρα που κατασκόπευσε, γιατί ακολούθησε με απόλυτη πιστότητα εμένα, τον Κύριο».
37 Ακόμα κι εναντίον μου οργίστηκε ο Κύριος, εξαιτίας σας, και μου είπε: «Ούτε εσύ θα μπεις εκεί. 38 Ο υπηρέτης σου, ο Ιησούς γιος του Ναυή, αυτός θα μπει εκεί. Αυτόν να ενθαρρύνεις, γιατί αυτός θα οδηγήσει τους Ισραηλίτες να κατακτήσουν τη χώρα». 39 Έπειτα ο Κύριος απευθύνθηκε σε όλους σας και σας είπε: «Τα μικρά παιδιά σας, όμως, για τα οποία λέγατε ότι θα γίνουν λάφυρα, και οι γιοι σας, που σήμερα δεν μπορούν ακόμη να διακρίνουν ανάμεσα στο καλό και στο κακό, αυτοί θα μπουν εκεί. Σ’ αυτούς θα δώσω τη χώρα για ιδιοκτησία τους. 40 Όσο για σας, γυρίστε πίσω και φύγετε στην έρημο, από τον δρόμο της Ερυθράς Θάλασσας».
41 Εσείς τότε μου αποκριθήκατε σ’ όλα αυτά: «Αμαρτήσαμε στον Κύριο. Αλλά τώρα θα φύγουμε, να πάμε να πολεμήσουμε, σύμφωνα με όλα όσα μας διέταξε ο Κύριος, ο Θεός μας». Ζωστήκατε, λοιπόν, ο καθένας την πολεμική του εξάρτυση και νομίσατε πως ήταν εύκολο να φτάσετε σ’ εκείνη την ορεινή περιοχή.
42 Αλλά ο Κύριος μου είπε: «Πες τους, να μην ξεκινήσουν για πόλεμο, γιατί εγώ δεν θα είμαι μαζί τους. Να μην πάνε πουθενά, για να μην τους νικήσουν οι εχθροί τους». 43 Εγώ σας μετέφερα αυτό το μήνυμα, αλλά εσείς δε δώσατε καμιά σημασία. Αρνηθήκατε να συμμορφωθείτε με τη διαταγή του Κυρίου και με απερισκεψία αποτολμήσατε ν’ ανεβείτε να κατακτήσετε την περιοχή. 44 Τότε βγήκαν να σας πολεμήσουν οι Αμορραίοι, που κατοικούσαν σ’ εκείνα τα βουνά· σας νίκησαν στην περιοχή του όρους Σηείρ και σας καταδίωξαν ως τη Χορμά, σαν να σας κυνηγούσαν μέλισσες.
45 Όταν γυρίσατε, κλαφτήκατε στον Κύριο αλλά εκείνος δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτε κι ούτε σας έδωσε καθόλου προσοχή. 46 Έτσι μείνατε στην Κάδης, κι ο καιρός που περάσατε εκεί ήταν πολύς.
A ordem para partir de Horebe
1 Estas são as palavras ditas por Moisés a todo o Israel no deserto, a leste do Jordão — ou seja, na Arabá — defronte de Sufe, entre Parã e Tofel, Labã, Hazerote e Di-Zaabe. 2 Em onze dias se vai de Horebe a Cades-Barneia pelo caminho dos montes de Seir.
3 No quadragésimo ano, no primeiro dia do décimo primeiro mês, Moisés proclamou aos israelitas todas as ordens do Senhor acerca deles. 4 Isso foi depois que ele derrotou Seom, rei dos amorreus, que habitava em Hesbom, e Ogue, rei de Basã, que habitava em Astarote e em Edrei.
5 A leste do Jordão, na terra de Moabe, Moisés tomou sobre si a responsabilidade de expor esta lei, dizendo:
6 — O Senhor, o nosso Deus, disse-nos em Horebe: "Vocês já ficaram bastante tempo nesta montanha. 7 Levantem acampamento e dirijam-se à região montanhosa dos amorreus; vão a todos os povos vizinhos na Arabá, nas montanhas, na Sefelá,1.7 Pequena faixa de terra de relevo variável entre a planície costeira e as montanhas. no Neguebe e ao longo do litoral, à terra dos cananeus e ao Líbano, até o grande rio, o Eufrates. 8 Ponho esta terra diante de vocês. Entrem e tomem posse da terra que o Senhor jurou dar aos seus antepassados, Abraão, Isaque e Jacó, e aos descendentes deles".
A nomeação de líderes
9 — Naquela ocasião, eu disse a vocês: "Não posso levá-los sozinho. 10 O Senhor, o seu Deus, os fez multiplicar-se de tal modo que agora vocês são tão numerosos quanto as estrelas do céu. 11 Que o Senhor, o Deus dos seus antepassados, os multiplique mil vezes mais e os abençoe, conforme lhes prometeu! 12 Como poderei levar sozinho as suas cargas, os seus problemas e as suas disputas? 13 Escolham homens sábios, criteriosos e conhecidos de cada uma das suas tribos, e eu os porei como chefes de vocês".
14 — Vocês me disseram: "Esta é uma boa proposta". 15 Então, convoquei os chefes das tribos, homens sábios e experientes, e os designei comandantes de mil, de cem, de cinquenta e de dez, além de oficiais para cada tribo. 16 Naquela ocasião, ordenei aos seus juízes: "Atendam às demandas dos seus irmãos e julguem com imparcialidade, tanto os israelitas quanto os estrangeiros. 17 Não sejam parciais no julgamento! Atendam tanto o pequeno como o grande. Não se deixem intimidar por ninguém, pois o veredito pertence a Deus. Tragam-me os casos mais difíceis, e eu os ouvirei". 18 Naquela ocasião, eu ordenei a vocês tudo o que deveriam fazer.
A expedição de reconhecimento da terra
19 — Depois, conforme o Senhor, o nosso Deus, nos tinha ordenado, partimos de Horebe e fomos para a região montanhosa dos amorreus, passando por todo aquele imenso e terrível deserto que vocês viram, e assim chegamos a Cades-Barneia. 20 Então, eu lhes disse: "Vocês chegaram à região montanhosa dos amorreus, a qual o Senhor, o nosso Deus, nos dá. 21 Vejam, o Senhor, o seu Deus, põe diante de vocês esta terra. Subam e tomem posse dela, conforme o Senhor, o Deus dos seus antepassados, lhes disse. Não tenham medo nem desanimem".
22 — Vocês todos vieram dizer-me: "Mandemos alguns homens à nossa frente para espiar a região, para que nos indiquem por qual caminho subiremos e a quais cidades iremos".
23 — A ideia me pareceu boa; por isso, escolhi doze de vocês, um homem de cada tribo. 24 Então, eles partiram e subiram à região montanhosa, chegaram ao vale de Escol e o exploraram. 25 Trouxeram alguns frutos da região, com o seguinte relato: "Essa terra que o Senhor, o nosso Deus, nos dá é boa".
A rebelião contra o Senhor
26 — Vocês, contudo, não quiseram ir e se rebelaram contra a ordem do Senhor, o Deus de vocês. 27 Queixaram-se nas suas tendas, dizendo: "O Senhor nos odeia; por isso, nos trouxe do Egito para nos entregar nas mãos dos amorreus e nos destruir. 28 Para onde iremos? Os nossos compatriotas nos desanimaram quando disseram que o povo é mais forte e mais alto do que nós; que as cidades são grandes e fortificadas, com muros que vão até o céu; que, até mesmo, viram ali os anaquins".
29 — Então, eu lhes disse: "Não fiquem apavorados; não tenham medo deles. 30 O Senhor, o seu Deus, que está indo à frente de vocês, lutará por vocês, diante dos seus próprios olhos, como fez no Egito. 31 Também no deserto vocês viram como o Senhor, o seu Deus, os carregou, como um pai carrega o próprio filho, por todo o caminho que percorreram até chegarem a este lugar".
32 — Apesar disso, não confiaram no Senhor, o seu Deus, 33 que foi à frente de vocês, em uma coluna de fogo de noite e em uma nuvem de dia, procurando lugares para vocês acamparem e mostrando-lhes o caminho que deviam seguir.
34 — Quando o Senhor ouviu o que vocês diziam, irou-se e jurou: 35 "Ninguém desta geração má verá a boa terra que prometi dar aos seus antepassados, 36 exceto Calebe, filho de Jefoné. Ele a verá, e darei a ele e aos seus descendentes a terra em que pisou, pois seguiu o Senhor com integridade".
37 — Por causa de vocês, o Senhor se irou contra mim e me disse: "Você também não entrará na terra. 38 No entanto, o seu auxiliar, Josué, filho de Num, entrará ali. Encoraje-o, pois ele fará que Israel tome posse dela. 39 As crianças que vocês disseram que seriam levadas como despojo, os seus filhos, que ainda não distinguem entre o bem e o mal, estes entrarão na terra. Eu a darei a eles, e eles tomarão posse dela. 40 Quanto a vocês, deem meia-volta e partam para o deserto pelo caminho do mar Vermelho".
41 — Então, vocês responderam: "Pecamos contra o Senhor. Nós subiremos e lutaremos, conforme tudo o que o Senhor, o nosso Deus, nos ordenou". Cada um de vocês se preparou com as suas armas de guerra, achando que seria fácil subir à região montanhosa.
42 — Mas o Senhor me disse: "Diga-lhes: ‘Não subam nem lutem, porque não estou com vocês. Serão derrotados pelos seus inimigos’ ".
43 — Eu disse isso a vocês, mas vocês não me deram ouvidos; antes, rebelaram-se contra o Senhor e, com presunção, subiram à região montanhosa. 44 Os amorreus que lá viviam os atacaram e os perseguiram como um enxame de abelhas e os arrasaram desde Seir até Hormá. 45 Vocês voltaram e choraram diante do Senhor, mas ele não ouviu o seu clamor nem lhes deu atenção. 46 Então, vocês ficaram em Cades, onde permaneceram muito tempo.