Οι δεύτερες λίθινες πλάκες
1 Τότε μου είπε ο Κύριος: «Κόψε δυο πέτρινες πλάκες, σαν τις προηγούμενες κι ανέβα να με βρεις στο βουνό· φτιάξε και μια ξύλινη κιβωτό. 2 Εγώ θα γράψω πάνω στις πλάκες τα λόγια που υπήρχαν στις πρώτες πλάκες που έσπασες, κι εσύ θα τις βάλεις μέσα στην κιβωτό».
3 Έφτιαξα, λοιπόν, μια κιβωτό από ξύλα ακακίας, έκοψα και δύο πέτρινες πλάκες, σαν τις πρώτες, κι ανέβηκα στο βουνό, κρατώντας τις πλάκες. 4 Ο Κύριος έγραψε πάνω στις πλάκες με την ίδια γραφή, όπως την πρώτη φορά, τις δέκα εντολές, που σας τις είχε πει στο βουνό, μέσα από την φωτιά, όταν είχατε συγκεντρωθεί εκεί, και μου τις παρέδωσε. 5 Κατέβηκα πάλι από το βουνό και έβαλα τις πλάκες στην κιβωτό που είχα φτιάξει· και έμειναν εκεί όπως μου το είχε διατάξει ο Κύριος.
Θάνατος του Ααρών και τα καθήκοντα των Λευιτών
6 Οι Ισραηλίτες αναχώρησαν από τη Βηρώθ-Βενέ-Ιαακάν και πήγαν στη Μωσερώθ. Τότε πέθανε κι ο Ααρών και θάφτηκε εκεί. Ιερέας στη θέση του έγινε ο γιος του ο Ελεάζαρ. 7 Από τη Μωσερώθ έφυγαν και πήγαν στη Γουδγωθά, κι από ’κει στην Ιοτβαθά, περιοχή με τρεχούμενα νερά.
8 Τότε ξεχώρισε ο Κύριος τη φυλή Λευί, για να σηκώνουν την κιβωτό της διαθήκης του Κυρίου, να στέκονται ενώπιον του Κυρίου, να τον υπηρετούν, και να ευλογούν στο όνομά του. Αυτά είναι τα καθήκοντά τους μέχρι σήμερα. 9 Γι’ αυτό και δε δόθηκε στους Λευίτες κληρονομικό μερίδιο γης ανάμεσα στους άλλους Ισραηλίτες. Ο Κύριος ο Θεός σας είναι το μερίδιό τους, σύμφωνα με την υπόσχεσή του.
10 Έμεινα στο βουνό, όπως την πρώτη φορά, σαράντα μερόνυχτα. Και αυτή τη φορά με άκουσε πάλι ο Κύριος και δεν επέμεινε να σας καταστρέψει. 11 «Σήκω αμέσως», μου είπε, «και πήγαινε επικεφαλής του λαού, για να μπουν στη χώρα που υποσχέθηκα με όρκο στους προγόνους τους να τους δώσω και να την πάρουν ιδιοκτησία τους».
Οι απαιτήσεις του Θεού
12 Και τώρα, Ισραηλίτες, τι άλλο σας ζητάει ο Κύριος, ο Θεός σας, παρά να τον σέβεστε, να βαδίζετε σύμφωνα με τις εντολές του, να τον αγαπάτε και να τον λατρεύετε με όλη την καρδιά σας και με όλη την ψυχή σας, 13 να τηρείτε τις εντολές του και τους νόμους του, που εγώ σας έδωσα σήμερα, για να ευτυχήσετε.
14 Στον Κύριο ανήκουν οι ουρανοί ως το απώτατο σημείο τους, η γη και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτήν. 15 Κι όμως, ο Κύριος προτίμησε μόνο τους προγόνους σας· αυτούς αγάπησε, και μετά απ’ αυτούς διάλεξε, όπως βλέπετε, απ’ όλους τους άλλους λαούς εσάς, που είστε οι απόγονοι εκείνων.
16 Γι’ αυτό, να υπακούετε με την καρδιά σας στον Κύριο και να μην είστε ισχυρογνώμονες. 17 Γιατί ο Κύριος, ο Θεός σας, αυτός είναι ο Θεός των θεών και ο Κύριος των κυρίων, ο μεγάλος Θεός, ο ισχυρός και φοβερός, που δε μεροληπτεί για κανέναν και δεν εξαγοράζεται με δώρα. 18 Είναι εκείνος που αποδίδει στον ορφανό και στη χήρα το δίκιο τους, που αγαπάει τον ξένο και του δίνει ψωμί και ρούχα. 19 Να αγαπάτε, λοιπόν, τους ξένους, γιατί κι εσείς ήσασταν ξένοι στην Αίγυπτο. 20 Να σέβεστε τον Κύριο, το Θεό σας· αυτόν να λατρεύετε και σ’ αυτόν να είστε αφοσιωμένοι και στ’ όνομά του να ορκίζεστε.
21 Αυτός είναι το καύχημά σας κι αυτός είναι ο Θεός σας, που έκανε για σας τα μεγάλα και φοβερά εκείνα έργα,τα μεγάλα και φοβερά εκείνα έργα. Βλ. Εξ κεφ. 7 έως 12. που τα είδατε με τα ίδια σας τα μάτια. 22 Εβδομήντα άτομα ήταν οι πρόγονοί σας όταν κατέβηκαν στην Αίγυπτο και τώρα ο Κύριος, ο Θεός σας σάς έκανε έναν πολυάριθμο, λαό, σαν τ’ αστέρια του ουρανού.
Tábuas iguais às primeiras
1 — Naquela ocasião, o Senhor me ordenou: "Talhe duas tábuas de pedra semelhantes às primeiras e suba ao monte para encontrar-se comigo. Faça também uma arca de madeira. 2 Eu escreverei nas tábuas as palavras que estavam nas primeiras, que você quebrou, e você as colocará na arca".
3 — Então, fiz a arca de madeira de acácia, talhei duas tábuas de pedra semelhantes às primeiras e subi ao monte com as duas tábuas nas mãos. 4 O Senhor escreveu nelas o que tinha escrito anteriormente, os Dez Mandamentos que havia proclamado a vocês no monte, do meio do fogo, no dia em que estavam todos reunidos. O Senhor as entregou a mim, 5 e eu voltei, desci do monte e coloquei as tábuas na arca que eu tinha feito. Lá ficaram, conforme o Senhor tinha ordenado.
6 Os israelitas partiram dos poços de Beerote-Bene-Jaacã até Moserá. Ali Arão morreu e foi sepultado, e Eleazar, o seu filho, sucedeu-o como sacerdote. 7 Dali foram para Gudgodá e de lá para Jotbatá, terra de riachos. 8 Naquela ocasião, o Senhor separou a tribo de Levi para carregar a arca da aliança do Senhor e estar diante do Senhor a fim de ministrar e pronunciar bênçãos no seu nome, como se faz ainda hoje. 9 É por isso que os levitas não têm nenhuma porção ou herança entre os seus irmãos; o Senhor é a herança deles, conforme o Senhor, o seu Deus, lhes prometeu.
10 — Assim, eu fiquei no monte quarenta dias e quarenta noites, como da primeira vez, e também dessa vez o Senhor me atendeu e não quis destruí-los. 11 "Vá", o Senhor me disse. "Conduza o povo no seu caminho para que tome posse da terra que prometi dar aos antepassados deles."
Exortação ao temor do Senhor
12 — Agora, ó Israel, que é que o Senhor, o seu Deus, pede a você, senão que tema ao Senhor, o seu Deus, que ande em todos os seus caminhos, que o ame e que sirva ao Senhor, o seu Deus, de todo o seu coração e de toda a sua alma, 13 e que obedeça aos mandamentos e aos estatutos do Senhor, que hoje dou a você para o seu próprio bem?
14 — Ao Senhor, o seu Deus, pertencem os céus e até os mais altos céus, a terra e tudo o que nela existe. 15 No entanto, o Senhor se afeiçoou aos seus antepassados e os amou, e a vocês, descendentes deles, escolheu dentre todas as nações, como hoje se vê. 16 Portanto, circuncidem o coração de vocês e deixem de ser obstinados. 17 Pois o Senhor, o Deus de vocês, é o Deus dos deuses e o Senhor dos senhores, o grande Deus, poderoso e temível, que não age com parcialidade nem aceita suborno. 18 Ele defende o direito do órfão e da viúva e ama o estrangeiro, dando-lhe alimento e roupa. 19 Amem os estrangeiros, pois vocês mesmos foram estrangeiros no Egito. 20 Temam ao Senhor, o seu Deus, e sirvam a ele. Apeguem-se a ele e façam os seus juramentos somente em nome dele. 21 Seja ele o motivo do louvor de vocês, pois ele é o Deus de vocês, que em seu favor fez aquelas grandes e temíveis maravilhas que vocês viram com os próprios olhos. 22 Os seus antepassados que desceram para o Egito eram setenta ao todo, mas agora o Senhor, o seu Deus, os tornou tão numerosos quanto as estrelas do céu.