Súplica pelo socorro de Deus
Ao mestre de canto. Dos filhos de Corá. Salmo didático
1 Ó Deus, nós ouvimos com os nossos ouvidos,
e nossos pais nos têm contado a obra que fizeste em seus dias,
nos tempos
da antiguidade.
2 Como expulsaste os gentios
com a tua mão
e os plantaste a eles;
como afligiste os
povos e os
derrubaste.
3 Pois não conquistaram a terra pela sua espada,
nem o seu braço os salvou,
mas a tua destra e o teu braço,
e a
luz da
tua face,
porquanto te
agradaste deles.
4 Tu és o meu Rei, ó Deus;
ordena salvações para Jacó.
5 Por ti venceremos os nossos inimigos;
pelo teu nome pisaremos os
que se levantam
contra nós.
6 Pois eu não confiarei no meu arco,
nem a minha
espada me salvará.
7 Mas tu nos salvaste dos nossos inimigos,
e confundiste
os que
nos odiavam.
8 Em Deus nos gloriamos todo o dia,
e louvamos o
teu nome eternamente.
(Selá.)
9 Mas agora tu nos rejeitaste e nos confundiste,
e não sais
com os nossos
exércitos.
10 Tu nos fazes retirar do inimigo,
e aqueles que
nos odeiam nos saqueiam
para si.
11 Tu nos entregaste como ovelhas para comer,
e nos espalhaste
entre os gentios.
12 Tu vendes por nada o teu povo,
e não aumentas a tua riqueza com o seu preço.
13 Tu nos pões por opróbrio aos nossos vizinhos,
por escárnio
e zombaria daqueles
que estão à roda de nós.
14 Tu nos pões por provérbio entre os gentios,
por movimento
de cabeça
entre os povos.
15 A minha confusão está constantemente diante de mim,
e a vergonha
do meu rosto me cobre,
16 À voz daquele que afronta e blasfema,
por causa do inimigo
e do vingador.
17 Tudo isto nos sobreveio;
contudo não nos esquecemos de ti,
nem nos houvemos falsamente
contra a tua aliança.
18 O nosso coração não voltou atrás,
nem os nossos
passos se
desviaram das tuas
veredas;
19 Ainda que nos quebrantaste num lugar de dragões,
e nos cobriste
com a sombra
da morte.
20 Se nós esquecemos o nome do nosso Deus,
e estendemos as nossas mãos
para um deus
estranho,
21 Porventura não esquadrinhará Deus isso?
Pois ele sabe
os segredos
do coração.
22 Sim, por amor de ti,
somos mortos todo o dia;
somos reputados
como ovelhas
para o matadouro.
23 Desperta, por que dormes,
Senhor? Acorda,
não nos rejeites
para sempre.
24 Por que escondes a tua face,
e te esqueces da nossa miséria
e da nossa opressão?
25 Pois a nossa alma está abatida até ao pó;
o nosso ventre
se apega
à terra.
26 Levanta-te em nosso auxílio,
e resgata-nos por amor
das tuas misericórdias.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
Κι όμως εσύ μας απέρριψες
1 Στον πρωτοψάλτη· ψαλμός διδακτικός· για τη συγγένεια του Κορέ.Βλ. υποσ. εις Ψλ 42:1.
2 Με τα ίδια μας τ’ αυτιά ακούσαμε, Θεέ,
όσα μας εξιστόρησαν οι προγονοί μας·
τα έργα που έκανες στις μέρες τους,
σ’ αλλοτινούς καιρούς.
3 Εσύ με τη δική σου δύναμη αλλόπιστους ξερίζωσες,
αυτούς για να φυτέψεις·
για να τους δώσεις άνεση
κατέστρεψες λαούς.
4 Δεν κατακτήσανε τη χώρα αυτή με τα σπαθιά τους,
κι ούτε τους βόηθησαν τα μπράτσα τους,
αλλά η ευνοϊκή σου δύναμη κι η ισχύς·
το φως της παρουσίας σου,
επειδή τους ευνόησες.
5 Εσύ ’σαι βασιλιάς μου, Θεέ μου·
δώσε τη νίκη σου στον Ιακώβ.στον Ιακώβ. Νοούνται οι απογόνοι του Ιακώβ στην εποχή του Ψαλμωδού.
6 Μαζί μ’ εσένα
συντρίψαμε τους αντιπάλους μας·
με τη δική σου ύπαρξη κατανικήσαμε
αυτούς που μας επιτεθήκαν.
7 Εγώ δεν εμπιστεύομαι το τόξο μου
ούτε και το σπαθί για να με σώσει.
8 Εσύ μας έσωσες από τους αντιπάλους μας,
εσύ εξουθενώνεις τους εχθρούς μας.
9 Όλη τη μέρα θα σ’ εξυμνούμε Θεέ,
την ύπαρξή σου αιώνια θα δοξάζουμε.
(Διάψαλμα)
10 Εσύ όμως μας απέρριψες, μας ντρόπιασες
και πια δε συμπορεύεσαι με το στρατό μας.
11 Μας έκανες να φύγουμε μπροστά στους αντιπάλους μας
και μας λεηλατήσαν οι εχθροί μας.
12 Μας παραδίνεις σαν αρνιά για τη σφαγή·
μέσα στα έθνη μάς διασκορπίζεις.
13 Πούλησες το λαό σου δίχως τίμημα
και δεν κέρδισες τίποτε απ’ αυτόν.
14 Μας άφησες στη χλεύη των γειτόνων μας,
στο όνειδος όσων μας τριγυρίζουν.
15 Μας έκανες περίγελο στα έθνη·
για μας κουνάνε το κεφάλι ειρωνικά οι λαοί.
16 Ολημερίς θωρώ την καταφρόνια μου·
το πρόσωπό μου το σκεπάζει η ντροπή
17 στ’ άκουσμα της φωνής του χλευαστή του βλάσφημου,
στην παρουσία του εχθρού και του εκδικητή.
18 Αυτά όλα μας βρήκανε
κι εμείς δε σε ξεχάσαμε·
ούτε τη διαθήκη σου προδώσαμε.
19 Και δεν άλλαξε φρόνημα η καρδιά μας,
και δεν ξεστράτισαν τα βήματά μας
από τα μονοπάτια σου,
20 τότε που εσύ μας σύντριψες στων τσακαλιών τον τόποστων τσακαλιών τον τόπο. Το εβρ. είναι ασαφές. Η παρουσία τσακαλιών συχνά υποδηλώνει ερημωμένη χώρα. Βλ. Ιερ 9:10· 10:22· 49:33· 51:37.
και με σκοτάδι θανατερό μας σκέπασες.
21 Αν είχαμε ξεχάσει του Θεού μας την ύπαρξη
κι είχαμε επικαλεσθεί ξένους θεούς,
22 μη δε θα το ’χες μάθει Θεέ,
εσύ, που της καρδιάς τα μυστικά γνωρίζεις;
23 Για σένα καθημερινά μη δε μας εξοντώνουνε;
Μας λογαριάζουν σαν αρνιά για τη σφαγή.
24 Σήκω! Γιατί ησυχάζεις, Κύριε;
Δράσε!
Για πάντα μη μας απωθείς.
25 Την παρουσία σου γιατί την κρύβεις
και λησμονάς τη δυστυχία και την ανάγκη μας;
26 Δες, η ζωή μας έπεσε στο χώμα,
και το κορμί μας κόλλησε στη γη.
27 Σήκω, βοήθησέ μας και λύτρωσέ μας,
συ που μας αγαπάς.