A vanidade da vida
Ao mestre de canto, Jedutum. Salmo de Davi
1 Eu disse: Guardarei os meus caminhos para não pecar com a minha língua;
guardarei a boca
com um freio,
enquanto o ímpio
estiver diante
de mim.
2 Com o silêncio fiquei mudo;
calava-me mesmo acerca do bem,
e a minha dor se agravou.
3 Esquentou-se-me o coração dentro de mim;
enquanto eu meditava se acendeu um fogo;
então falei
com a minha
língua:
4 Faze-me conhecer, Senhor, o meu fim,
e a medida dos meus dias qual é,
para que
eu sinta quanto
sou frágil.
5 Eis que fizeste os meus dias como a palmos;
o tempo
da minha vida é como nada diante de ti;
na verdade, todo homem,
por mais firme
que esteja,
é totalmente vaidade.
(Selá.)
6 Na verdade, todo homem anda numa vã aparência;
na verdade, em vão se inquietam;
amontoam riquezas,
e não sabem
quem as levará.
7 Agora, pois, Senhor,
que espero eu? A minha esperança está em ti.
8 Livra-me de todas as minhas transgressões;
não me faças
o opróbrio
dos loucos.
9 Emudeci; não abro a minha boca,
porquanto tu o fizeste.
10 Tira de sobre mim a tua praga;
estou desfalecido
pelo golpe da tua mão.
11 Quando castigas o homem,
com repreensões por causa da iniquidade,
fazes com
que a sua beleza se consuma como a traça;
assim todo
homem é vaidade.
(Selá.)
12 Ouve, Senhor, a minha oração,
e inclina os teus ouvidos ao meu clamor;
não te cales perante as minhas lágrimas,
porque sou um
estrangeiro contigo
e peregrino,
como todos os
meus pais.
13 Poupa-me, até que tome alento,
antes que me vá,
e não seja
mais.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
Δώσε μου ανάπαυλα, η ζωή είναι τόσο σύντομη...
1 Στον πρωτοψάλτη, τον Ιεδουθούν.Ιεδουθούν. Αρχιμουσικός της εποχής του Δαβίδ (βλ. Α΄ Χρ 25:1.3.6). Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Είπα:
«Θα ’μαι προσεκτικός στο πώς πορεύομαι,
ώστε η γλώσσα μου να μη με κάνει κι αμαρτάνω·
θα βάλω φίμωτρο στο στόμα μου
όσο μπροστά μου θα ’ναι ο ασεβής».
3 Άφωνος έγινα, βουβός,
–ούτε καλό δεν έλεγα–
κι ο πόνος μου δυνάμωνε.
4 Γέμισε αγωνία η καρδιά μου·
καθώς συλλογιζόμουν
φούντωνε η αγωνία μου·
ωσότου λύθηκε η γλώσσα μου και είπα:
5 «Φανέρωσέ μου, Κύριε, το τέλος μου,
και πόσες θα ’ναι οι μέρες της ζωής μου·
ώστε να ξέρω πόσο είμαι φθαρτός».
6 Τι λίγο που έκανες να διαρκεί η ζωή μου!
Μπροστά σου η ύπαρξή μου ένα τίποτα·
κι αέρα φύσημα η στερεότητα του ανθρώπου.
(Διάψαλμα)
7 Και να, σαν τη σκιά ο άνθρωπος πορεύεται,
άνεμος είν’ ο πλούτος που σωρεύει,
χωρίς να ξέρει ποιος θα τον συνάξει.
8 Και τώρα τι προσμένω, Κύριε;
σ’ εσένα την ελπίδα μου στηρίζω.
9 Λύτρωσέ με απ’ όλες τις ανομίες μου·
στη χλεύη του ανόητου
μη μ’ αφήσεις.
10 Σώπασα· το στόμα δεν ανοίγω,
γιατί εσύ μ’ έφερες εδώ που βρίσκομαι.
11 Στρέψε μακριά από μένα τα πλήγματά σου·
κάτω απ’ το στιβαρό σου χέρι
εγώ αφανίστηκα.
12 Κολάζοντας την ανομία τον άνθρωπο παιδαγωγείς,
και κατατρώς όπως ο σκόρος
ό,τι έχει πιο πολύτιμο.
Πνοή τ’ ανέμου, αλήθεια, αυτό είναι ο κάθε άνθρωπος.
(Διάψαλμα)
13 Την προσευχή μου, Κύριε, άκουσε,
πρόσεξε την κραυγή μου·
στα δάκρυά μου μη σωπαίνεις,
γιατί είμαι μόνο ένας φιλοξενούμενός σου,
ξένος, χωρίς δικαιώματα,
σαν όλους τους προγόνους μου.
14 Άσε με απ’ το βλέμμα σου κι ευχάριστα θα νιώσω·
πριν φύγω και δεν υπάρχω πια.