Publicidade

1 Reis 5

KJV

1 Ο ΣολομώνΣε ορισμένες μετ. οι στ. 1-14 του παρόντος κεφ. αριθμούνται ως 4:21-34. κυριαρχούσε σόλα τα βασίλεια, από τον ποταμό Ευφράτη ως τη χώρα των Φιλισταίων και ως τα σύνορα της Αιγύπτου. Όλοι αυτοί οι λαοί ήταν φόρου υποτελείς στο Σολομώντα, όσο αυτός ζούσε. 2 Τα τρόφιμα που χρειαζόταν ο Σολομών και το προσωπικό των ανακτόρων για μία μέρα ήταν: Τριάντα κορ σιμιγδάλι και εξήντα κορ αλεύρι, 3 δέκα βόδια μεγαλωμένα στο στάβλο, είκοσι βόδια μεγαλωμένα στο λιβάδι, εκατό πρόβατα, χώρια τα ελάφια, τα ζαρκάδια, τα αγριοκάτσικα και τα καλοταϊσμένα πουλερικά. 4 Η επικράτειά του απλωνόταν σόλη την περιοχή νοτιοδυτικά του ποταμού Ευφράτη, και εν συνεχεία από την Τιπσάχ ως τη Γάζα, και περιλάμβανε όλους τους βασιλιάδες της περιοχής αυτής. Είχε ειρήνη με όλους τους λαούς που συνόρευαν μαζί του. 5 Έτσι ο λαός του Ιούδα και του Ισραήλ, ζούσαν με ασφάλεια, καλλιεργώντας ταμπέλια τους και τις συκιές τους, από Δαν έως Βέερ-Σεβά,από Δαν έως Βέερ-Σεβά. Βλ. υποσ. εις Κρ 20:1.. όσο βασίλευε ο Σολομών. 6 Ο Σολομών είχε σαράντα χιλιάδες σταυλισμένα άλογα για τις άμαξές του και δώδεκα χιλιάδες καβαλάρηδες. 7 Οι δώδεκα διοικητές που είχε ορίσει προμήθευαν τα τρόφιμα που χρειάζονταν για τον ίδιο και τους ομοτράπεζούς του. Κάθε διοικητής, επί ένα μήνα το χρόνο ήταν υπεύθυνος να μη λείψει τίποτα. 8 Επίσης καθένας με τη σειρά του φρόντιζε να παραδίδεται κριθάρι και χορτάρι για τα άλογα των καβαλάρηδων και των αμαξών όπου κι αν βρίσκονταν αυτοί.

9 Ο Θεός είχε δώσει στο Σολομώντα σοφία και γνώση πάρα πολύ μεγάλη, και ασυνήθιστη ευρυμάθεια. 10 Ήταν σοφότερος απόλους τους Άραβες και τους Αιγύπτιους σοφούς. 11 Γνώριζε πολύ περισσότερα απόλους τους ανθρώπους, ακόμη κι από τον Εθάν τον Εζραΐτη, από τον Αιμάν, το Χαλκόλ και το Δαρδά, γιους του Μαχώλ· η φήμη του είχε διαδοθεί σόλα τα γύρω έθνη. 12 Είπε τρεις χιλιάδες παροιμίες και έγραψε χίλια πέντε ποιήματα. 13 Μίλησε για όλα τα δένδρα, από το μεγαλόπρεπο κέδρο του Λιβάνου ως τον ταπεινό ύσσωπο, που φυτρώνει στις ρίζες των μαντρότοιχων. Μίλησε ακόμα για τα ζώα, τα πουλιά, τα ερπετά και τα ψάρια. 14 Έρχονταν απόλα τα έθνη για νακούσουν το Σολομώντα που μιλούσε με σοφία· έρχονταν αντιπροσωπείες απόλους τους βασιλιάδες της γης, οι οποίοι είχαν ακούσει για τη σοφία του.

Συμφωνία του Σολομώντα με το βασιλιά Χιράμ

15 Ο Χιράμ,Σε ορισμένες μετ. οι στ. 15-32 αριθμούνται ως 1-18 (βλ. υποσ. εις 5:1). βασιλιάς της Τύρου, ήταν ανέκαθεν φίλος του Δαβίδ. Όταν έμαθε λοιπόν ότι στη θέση του χρίστηκε βασιλιάς ο γιος του ο Σολομών, του έστειλε τις ευχές του με μια αντιπροσωπεία. 16 Απτη μεριά του ο Σολομών έστειλε στο Χιράμ την ακόλουθη παραγγελία: 17 «Εσύ ξέρεις ότι ο πατέρας μου Δαβίδ δεν μπόρεσε να χτίσει έναν ναό στο όνομα του Κυρίου, του Θεού του, εξαιτίας των πολέμων, που τον είχαν περικυκλώσει, ωσότου ο Κύριος, υπέταξε σαυτόν όλους τους εχθρούς του. 18 Και τώρα που ο Κύριος, ο Θεός μου, μου έχει δώσει ησυχία από τους γείτονές μου, έτσι που κανένας πια δε με μάχεται και κανένας κίνδυνος δε με απειλεί, 19 σκέφτομαι να χτίσω έναν ναό στο όνομα του Κυρίου, του Θεού μου, όπως το είχε πει ο Κύριος στο Δαβίδ, τον πατέρα μου: "ο γιος σου που θα ορίσω να σε διαδεχτεί στο θρόνο, αυτός θα χτίσει ναό στο όνομά μου". 20 Δώσε, λοιπόν, διαταγή να κόψουν για μένα τους απαιτούμενους κέδρους από το όρος του Λιβάνου· ξέρεις καλά πως εμείς δε διαθέτουμε τόσο έμπειρους ξυλοκόπους, όπως είναι οι Σιδώνιοι.Σιδώνιοι, ή Φοίνικες. Νοούνται οι κάτοικοι του βασιλείου του Χιράμ. Οι δούλοι μου ας βοηθήσουν τους δούλους σου, κι εγώ θαναλάβω να σου καταβάλω το μισθό των δούλων σου όπως τον ορίσεις εσύ».

21 Μόλις ο Χιράμ έλαβε το μήνυμα του Σολομώντα, χάρηκε πολύ και είπε: «Ας είναι ευλογημένος σήμερα ο Κύριος, που έδωσε στο Δαβίδ γιο σοφό για να βασιλέψει στο λαό αυτόν, τον πολυάριθμο». 22 Στη συνέχεια έστειλε στο Σολομώντα την ακόλουθη απάντηση: «Άκουσα όσα μου παρήγγειλες. Εγώ αναλαμβάνω να σου προμηθεύσω την ξυλεία που χρειάζεσαι από κέδρους και πεύκο. 23 Οι δούλοι μου θα κατεβάζουν τους κορμούς των δέντρων από το Λίβανο στη θάλασσα, θα τα φορτώνουν σε σχεδίες και θα τα μεταφέρουν δια θαλάσσης ως το σημείο που θα μου υποδείξεις. Εκεί θα τα ξεφορτώνουν και θα τα παραλαμβάνεις. Ως αντάλλαγμα εσύ θα αναλάβεις να μου προμηθεύεις τα τρόφιμα που χρειάζομαι για το ανάκτορό μου».

24 Έτσι, ο Χιράμ παρέδωσε στο Σολομώντα ξυλεία από κέδρο και πεύκο, όση ήθελε. 25 Ο Σολομών παρέδιδε κάθε χρόνο στο Χιράμ είκοσι χιλιάδες κορ σιτάρι και είκοσι χιλιάδες κορ λάδι καθαρό για τις ανάγκες του ανακτόρου του. 26 Ο Κύριος έδωσε σοφία στο Σολομώντα, όπως του είχε υποσχεθεί. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το Χιράμ και είχαν συνάψει συμμαχία οι δυο τους.

Προετοιμασία για την ανοικοδόμηση του ναού

27 Ο βασιλιάς Σολομών αγγάρεψε από όλο το λαό του Ισραήλ εργάτες, που ο αριθμός τους έφτανε τις τριάντα χιλιάδες. 28 Τους έστελνε στο Λίβανο, δέκα χιλιάδες κάθε μήνα εκ περιτροπής, υπό την εποπτεία του Αδωνιράμ. Ένα μήνα εργάζονταν στο Λίβανο και δύο μήνες κάθονταν στο σπίτι τους. 29 Ο Σολομών είχε εβδομήντα χιλιάδες αχθοφόρους και ογδόντα χιλιάδες εργάτες που έβγαζαν πέτρα από το βουνό, 30 εκτός από τρεις χιλιάδες τριακόσιους ανώτερους υπαλλήλους-επιστάτες, οι οποίοι επέβλεπαν τον εργαζόμενο λαό. 31 Επίσης, με εντολή του βασιλιά, εργάτες έκοβαν μεγάλες, εκλεκτές πέτρες, για τα θεμέλια του ναού. 32 Έτσι, οι εργάτες του Σολομώντα, μαζί με τους εργάτες του Χιράμ, οι οποίοι κατάγονταν από την πόλη Βύβλος, έκοβαν και ετοίμαζαν τα ξύλα και τις πέτρες, για να χτίσουν το ναό.Για την αρίθμηση των στ. του παρόντος κεφ. βλ. υποσ. εις στ. 1 και 20.

1 And Hiram king of Tyre sent his servants unto Solomon; for he had heard that they had anointed him king in the room of his father: for Hiram was ever a lover of David.5.1 Hiram: also called, Huram 2 And Solomon sent to Hiram, saying, 3 Thou knowest how that David my father could not build an house unto the name of the LORD his God for the wars which were about him on every side, until the LORD put them under the soles of his feet. 4 But now the LORD my God hath given me rest on every side, so that there is neither adversary nor evil occurrent. 5 And, behold, I purpose to build an house unto the name of the LORD my God, as the LORD spake unto David my father, saying, Thy son, whom I will set upon thy throne in thy room, he shall build an house unto my name.5.5 purpose: Heb. say 6 Now therefore command thou that they hew me cedar trees out of Lebanon; and my servants shall be with thy servants: and unto thee will I give hire for thy servants according to all that thou shalt appoint: for thou knowest that there is not among us any that can skill to hew timber like unto the Sidonians.5.6 appoint: Heb. say

7 And it came to pass, when Hiram heard the words of Solomon, that he rejoiced greatly, and said, Blessed be the LORD this day, which hath given unto David a wise son over this great people. 8 And Hiram sent to Solomon, saying, I have considered the things which thou sentest to me for: and I will do all thy desire concerning timber of cedar, and concerning timber of fir.5.8 considered: Heb. heard 9 My servants shall bring them down from Lebanon unto the sea: and I will convey them by sea in floats unto the place that thou shalt appoint me, and will cause them to be discharged there, and thou shalt receive them: and thou shalt accomplish my desire, in giving food for my household.5.9 appoint: Heb. send

10 So Hiram gave Solomon cedar trees and fir trees according to all his desire. 11 And Solomon gave Hiram twenty thousand measures of wheat for food to his household, and twenty measures of pure oil: thus gave Solomon to Hiram year by year.5.11 measures: Heb. cors 12 And the LORD gave Solomon wisdom, as he promised him: and there was peace between Hiram and Solomon; and they two made a league together.

13 And king Solomon raised a levy out of all Israel; and the levy was thirty thousand men.5.13 levy: Heb. tribute of men 14 And he sent them to Lebanon, ten thousand a month by courses: a month they were in Lebanon, and two months at home: and Adoniram was over the levy. 15 And Solomon had threescore and ten thousand that bare burdens, and fourscore thousand hewers in the mountains; 16 Beside the chief of Solomon’s officers which were over the work, three thousand and three hundred, which ruled over the people that wrought in the work. 17 And the king commanded, and they brought great stones, costly stones, and hewed stones, to lay the foundation of the house. 18 And Solomon’s builders and Hiram’s builders did hew them, and the stonesquarers: so they prepared timber and stones to build the house.5.18 stonesquarers: or, Giblites

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-