Η ευσέβεια του Ιώβ δοκιμάζεται
1 Στην ΑυσίτιδαΑυσίτιδα ή Ουζ. Χώρα που πρέπει να βρισκόταν πάνω από την περιοχή των Εδωμιτών, ΝΑ της Νεκράς Θαλάσσης (βλ. Θρ 4:21). ζούσε κάποτε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ιώβ. Ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και τέλειος· σεβόταν το Θεό και αποστρεφόταν το κακό. 2 Είχε αποκτήσει εφτά γιους και τρεις θυγατέρες. 3 Είχε επίσης περιουσία εφτά χιλιάδες γιδοπρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, πεντακόσια ζευγάρια βόδια, πεντακόσια γαϊδούρια, καθώς και πλήθος υπηρέτες. Ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος απ’ όλους που κατοικούσαν στην Ανατολή.
4 Οι γιοι του συνήθιζαν να πηγαίνουν ο ένας στο σπίτι του άλλου όπου έδιναν συμπόσια, καθένας με τη σειρά του. Έστελναν και καλούσαν και τις τρεις αδερφές τους να φάνε και να πιουν μαζί τους. 5 Κάθε φορά που τέλειωναν τα συμπόσια, τους καλούσε ο Ιώβ και τους εξάγνιζε. Ξυπνούσε τότε νωρίς το πρωί και πρόσφερε από ένα ολοκαύτωμα για τον καθένα τους. «Ίσως τα παιδιά μου αμάρτησαν», σκεφτόταν, «ίσως ασέβησαν με τη σκέψη τους στο Θεό».
6 Μια μέρα που ήρθαν τα ουράνια όντα να παρουσιαστούν μπροστά στον Κύριο, ήρθε ανάμεσά τους κι ο σατανάς. 7 Ο Κύριος τον ρώτησε: «Από πού έρχεσαι εσύ;» Κι εκείνος απάντησε: «Περιπλανήθηκα πάνω σ’ όλη τη γη και την περιδιάβηκα».
8 Ο Κύριος του είπε: «Πρόσεξες το δούλο μου, τον Ιώβ; Δεν υπάρχει άλλος σαν αυτόν πάνω στη γη· είναι άνθρωπος ακέραιος κι ευθύς· με σέβεται κι αποστρέφεται το κακό».
9 Ο σατανάς του απάντησε: «Μήπως με το αζημίωτο σε σέβεται ο Ιώβ; 10 Πάντα τον προστάτευες, αυτόν και το σπίτι του και όλα τα υπάρχοντά του. Ευλόγησες τα έργα του και πληθύνανε τα κοπάδια του στη χώρα. 11 Κάνε, όμως, πως αγγίζεις τα υπάρχοντά του και να δεις αν δημόσια δεν σε βλαστημήσει».
12 Είπε τότε ο Κύριος στο σατανά: «Ορίστε, σου παραδίδω όλα τα υπάρχοντά του· μόνο πάνω στον ίδιο να μην απλώσεις χέρι». Κι ο σατανάς έφυγε από τη σύναξη του Θεού.
13 Μια μέρα που οι γιοι και οι κόρες του Ιώβ έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου αδερφού τους, 14 φτάνει στον Ιώβ ένας αγγελιοφόρος και του λέει: «Εκεί που τα βόδια όργωναν και τα γαϊδούρια έβοσκαν κοντά τους, 15 όρμησαν ΣαβαίοιΣαβαίοι. Νομάδες ληστές, που πιθανώς προέρχονταν από τα νότια της Αραβίας. ληστές και τα άρπαξαν! Σκότωσαν τους δούλους σου με τα ξίφη τους και μονάχα εγώ κατάφερα να γλιτώσω, για να σου φέρω τα νέα».
16 Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, έρχεται άλλος αγγελιοφόρος και του λέει: «Φωτιά έπεσε απ’ τον ουρανό κι έκαψε τα πρόβατα και τους δούλους σου! Τα ’κανε όλα στάχτη και μονάχα εγώ κατάφερα να γλιτώσω για να σου φέρω τα νέα».
17 Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, έρχεται κι άλλος και του λέει: «Τρεις ομάδες ΧαλδαίωνΧαλδαίων. Νομάδες της ερήμου, που πιθανώς προέρχονταν από τα ΒΔ της Αραβίας. ρίχτηκαν στις καμήλες και τις άρπαξαν! Σκότωσαν τους δούλους σου με τα ξίφη τους και μονάχα εγώ κατάφερα να γλιτώσω για να σου φέρω τα νέα».
18 Ενώ και αυτός μιλούσε ακόμη, έρχεται κι άλλος αγγελιοφόρος και λέει: «Οι γιοι σου και οι θυγατέρες σου έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου αδερφού τους. 19 Ξαφνικά φύσηξε άνεμος δυνατός από την άλλη άκρη της ερήμου, χτύπησε το σπίτι από παντού και το γκρέμισε! Τα παιδιά πλακώθηκαν στα ερείπια και σκοτώθηκαν και μόνο εγώ κατάφερα να γλιτώσω για να σου φέρω τα νέα».
20 Τότε σηκώθηκε ο Ιώβ και ξέσκισε το μανδύα του· ξύρισε το κεφάλι του κι έπεσε καταγής.Εκδηλώσεις απόγνωσης και ταπείνωσης. Βλ. και υποσ. εις Γεν 37:29. Προσκυνούσε 21 κι έλεγε:
«Γυμνός απ’ την κοιλιά βγήκα της μάνας μου,
γυμνός και θα γυρίσω πίσω στη μάνα γη.
Ο Κύριος όλα τα ’δωσε,
ο Κύριος και τα πήρε πίσω.
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά του!»
22 Έτσι, παρ’ όλες αυτές τις συμφορές, ο Ιώβ δεν αμάρτησε και δεν ξεστόμισε τίποτα το ανάρμοστο ενάντια στο Θεό.
Prólogo
1 Na terra de Uz, vivia um homem chamado Jó. Era homem íntegro e justo; temia a Deus e evitava fazer o mal. 2 Ele tinha sete filhos e três filhas. 3 Possuía sete mil ovelhas, três mil camelos, quinhentas juntas de bois e quinhentas jumentas; além disso, tinha muita gente a seu serviço. Era o homem mais importante do oriente.
4 Os seus filhos costumavam dar banquetes em casa, um de cada vez, e convidavam as suas três irmãs para comerem e beberem com eles. 5 Terminado um período de banquetes, Jó mandava chamá-los e os purificava. De madrugada, ele oferecia um holocausto1.5 Isto é, sacrifício totalmente queimado. em favor de cada um deles, pois pensava: "Talvez os meus filhos tenham, em seu coração, pecado e amaldiçoado Deus". Esta era a prática constante de Jó.
A primeira provação de Jó
6 Certo dia, os anjos1.6 Hebraico: os filhos de Deus. vieram apresentar-se ao Senhor, e Satanás1.6 Satanás significa adversário ou acusador; também nos versículos 7, 8, 9 e 12. também veio entre eles. 7 O Senhor perguntou a Satanás:
— De onde você veio?
Satanás respondeu ao Senhor:
— De perambular pela terra e andar por ela.
8 Então, o Senhor disse a Satanás:
— Reparou no meu servo Jó? Não há ninguém na terra como ele: um homem íntegro e justo, que teme a Deus e evita fazer o mal.
9 Satanás respondeu:
— Será que Jó não tem razões para temer a Deus? 10 Acaso tu mesmo não puseste uma cerca em volta dele, da casa dele e de tudo o que ele possui? Tens abençoado tudo o que ele faz, de modo que os seus rebanhos estão espalhados por toda a terra. 11 Estende, porém, a mão e fere tudo o que ele tem, e com certeza ele te amaldiçoará na tua face!
12 O Senhor disse a Satanás:
— Pois bem, tudo o que ele possui está nas suas mãos; apenas não toque diretamente nele.
Então, Satanás saiu da presença do Senhor.
13 Certo dia, quando os filhos e as filhas de Jó estavam em um banquete, comendo e bebendo vinho na casa do irmão mais velho, 14 um mensageiro veio dizer a Jó:
— Os bois estavam arando, e os jumentos pastavam por perto, 15 quando os sabeus os atacaram e os levaram embora. Mataram à espada os empregados, e eu fui o único que escapou para lhe contar!
16 Enquanto ele ainda estava falando, chegou outro mensageiro e disse:
— Fogo de Deus caiu do céu e queimou totalmente as ovelhas e os empregados, e eu fui o único que escapou para lhe contar!
17 Enquanto ele ainda estava falando, chegou outro mensageiro e disse:
— Os caldeus vieram em três bandos, atacaram os camelos e os levaram embora. Mataram à espada os empregados, e eu fui o único que escapou para lhe contar!
18 Enquanto ele ainda estava falando, chegou outro mensageiro e disse:
— Os seus filhos e as suas filhas estavam em um banquete, comendo e bebendo vinho na casa do irmão mais velho, 19 quando, de repente, um vento muito forte veio do deserto e atingiu os quatro cantos da casa, que desabou sobre eles. Todos morreram, e eu fui o único que escapou para lhe contar!
20 Ao ouvir isso, Jó levantou-se, rasgou o manto e rapou a cabeça. Então, prostrou-se com o rosto em terra em adoração 21 e disse:
"Nu saí do ventre da minha mãe
e nu partirei.1.21 Ou nu voltarei para lá.
O Senhor o deu, o Senhor o levou;
louvado seja o nome do Senhor".
22 Em tudo isso, Jó não pecou nem culpou Deus de coisa alguma.