Ο Ελιφάζ επιπλήττει τον Ιώβ
1 Τότε πήρε το λόγο ο Ελιφάζ ο Ταιμανίτης και είπε: 2 Αν σου μιλήσω, μήπως σε λυπήσω;
Ύστερα απ’ όσα είπες,
δεν το αντέχω να σιωπώ!
3 Εσύ νουθέτησες πολλούς
και χέρια ασθενικά δυνάμωσες.
4 Τα λόγια σου στήριζαν
εκείνους που σκοντάφταν,
και τόνωναν τα γόνατα που λύγιζαν.
5 Μα τώρα που ήρθε η σειρά σου,
εσύ δειλιάζεις!
Οι συμφορές σ’ αγγίξανε και τρόμαξες.
6 Η ευσέβειά σου δεν σου δίνει στήριγμα;
και η άμεμπτη ζωή σου
δεν σου προσθέτει ελπίδα;
7 Μήπως θυμάσαι κάποιον αθώο που να χάθηκε,
ή κάποιους τίμιους
που να εξολοθρευτήκαν;
8 Εγώ το ’χω παρατηρήσει:
όσοι καλλιεργούν την αδικία
και σπέρνουνε τη συμφορά,
αυτοί αδικία και συμφορά θερίζουν.
9 Σαν την ανεμοθύελλα ο Θεός
τους καταστρέφει,
τους αφανίζει με τη φοβερή του οργή.
10 Είν’ η φωνή τους σαν του λιονταριού το βρυχηθμό,
αλλά ο Θεός τα δόντια τους συντρίβει.
11 Πεθαίνουν όπως το λιοντάρι,
όταν δε βρίσκει πια τροφή
και τα μικρά του διασκορπίζονται.
Σύγκριση με τον ανόητο θνητό
12 Κάποτε έφτασε σ’ εμένα ένα μήνυμα στα κρυφά,
ένα ελαφρό του ψίθυρο συγκράτησε τ’ αυτί μου,
13 τη νύχτα μέσα στ’ όνειρο,
που οι λογισμοί μπερδεύονται
κι ο λήθαργος θανατερά τυλίγει τους ανθρώπους.
14 Φρίκη και τρόμος με κυρίεψε
κι έτρεμε όλο το κορμί μου.
15 Φύσημα αχνό από το πρόσωπό μου πέρασε,
μ’ έκανε σύγκορμο ν’ ανατριχιάσω.
16 Στάθηκε μπρος μου μια μορφή,
που δεν μπορούσα να την καθορίσω·
κι ύστερα από μικρή σιωπή άκουσα τη φωνή της:
17 «Τάχα είναι δίκαιος ο θνητός μπρος στο Θεό;
Είναι άμεμπτος ο άνθρωπος μπρος στο δημιουργό του;
18 Αφού ο Θεός δεν εμπιστεύεται
ούτε και τους αγγέλους του
και βρίσκει σφάλματα ακόμα και σ’ εκείνους,
19 πόσο μάλλον σ’ αυτά τα χωματένια πλάσματα,
που προέρχονται από τη γη
και που μπορούν να πατηθούν
σαν τα σκουλήκια,
20 που μέσα σε μια μέρα μπορούν ν’ αφανιστούν,
για πάντα να χαθούν,
χωρίς κανείς να το προσέξει!
21 Ο Θεός δίνει τέλος στη ζωή τους·
πεθαίνουν και δεν ξέρουνε το πως».
Elifaz
1 Então, respondeu Elifaz, de Temã:
2 "Se alguém se atrever a lhe dizer uma palavra, isso tirará a sua paciência?
Mas quem pode refrear as palavras?
3 Pense bem! Você ensinou tantos;
fortaleceu mãos fracas.
4 As suas palavras davam firmeza aos que tropeçavam;
você firmou joelhos vacilantes.
5 Mas agora, que se vê em dificuldade, você desanima;
quando você é atingido, fica prostrado.
6 A sua vida piedosa não inspira confiança a você?
E o seu procedimento irrepreensível não dá a você esperança?
7 "Reflita agora: qual foi o inocente que chegou a perecer?
Onde os íntegros sofreram destruição?
8 Pelo que tenho observado, quem cultiva o mal e semeia maldade
isso também colherá.
9 Pelo sopro de Deus são destruídos;
pelo vento da sua ira eles perecem.
10 Ainda que ruja o leão e rosne o filhote,
os leões fortes terão os dentes quebrados.
11 O leão feroz morre por falta de presa,
e os filhotes da leoa se dispersam.
12 "Disseram-me uma palavra em segredo,
da qual os meus ouvidos captaram um murmúrio.
13 Em meio a sonhos perturbadores da noite,
quando o sono profundo cai sobre os homens,
14 temor e tremor se apoderaram de mim
e fizeram estremecer todos os meus ossos.
15 Um espírito4.15 Ou vento. roçou o meu rosto,
e os pelos do meu corpo se arrepiaram.
16 Ele parou, mas não pude identificá-lo.
Um vulto se pôs diante dos meus olhos,
e ouvi uma voz que sussurrava:
17 ‘Poderá algum mortal ser mais justo que Deus?
Poderá algum homem ser mais puro que o seu Criador?
18 Se Deus não confia nos seus servos,
se vê erro nos seus anjos e os acusa,
19 quanto mais nos que moram em casas de barro,
cujos alicerces estão no pó!
São mais facilmente esmagados que uma traça!
20 Entre o alvorecer e o crepúsculo são despedaçados;
perecem para sempre sem ao menos serem notados.
21 Não é certo que as cordas das suas tendas são arrancadas,
e eles morrem sem sabedoria?’.