Ο Ιώβ δοκιμάζεται περισσότερο
1 Μια μέρα που τα ουράνια όντα ήρθαν να παρουσιαστούν μπροστά στον Κύριο, ήρθε κι ο σατανάς ανάμεσά τους. 2 Ο Κύριος τον ρώτησε: «Από πού έρχεσαι εσύ;» Κι εκείνος του απάντησε: «Περιπλανήθηκα πάνω σ’ όλη τη γη και την περιδιάβηκα».
3 Ο Κύριος του είπε: «Πρόσεξες το δούλο μου, τον Ιώβ; Δεν υπάρχει άλλος σαν αυτόν πάνω στη γη· είναι άνθρωπος ακέραιος, ευθύς, με σέβεται και αποστρέφεται το κακό. Παραμένει σταθερός στην ακεραιότητά του κι άδικα εσύ με παρακίνησες να τον καταστρέψω χωρίς κανένα λόγο».
4 «Δεν έκανε δα κι άσχημη δοσοληψία!»Το εβρ. έχει κατά λ.: «Δέρμα αντί δέρματος». Παλιά παροιμία, που σημαίνει «για να πάρεις θα δώσεις». απάντησε ο σατανάς. «Όλα όσα έχει ο άνθρωπος τα δίνει για το πετσί του. 5 Κάνε, λοιπόν, πως αγγίζεις το ίδιο του το σώμα και να δεις αν δημόσια δεν σε βλαστημήσει».
6 Είπε τότε ο Κύριος στο σατανά: «Ορίστε, σου τον παραδίδω· μόνο να μην πειράξεις τη ζωή του».
7 Ο σατανάς έφυγε από τη σύναξη του Θεού κι έκανε να γεμίσει ο Ιώβ πληγές, από την κορφή ως τα νύχια. 8 Τότε ο Ιώβ πήγε και κάθισε μέσα στις στάχτες και χρησιμοποιούσε ένα κομμάτι κεραμίδι για να ξύνεται.
9 Η γυναίκα του τού έλεγε: «Ακόμα επιμένεις στην ευσέβειά σου; Βλαστήμα το Θεό και πέθανε!» 10 Εκείνος όμως της απαντούσε: «Μιλάς σαν ανόητη! Μόνο τα καλά θα δεχόμαστε απ’ το Θεό; Δεν πρέπει να δεχτούμε και τα άσχημα;»
Επίσκεψη των φίλων του Ιώβ
11 Ο Ιώβ είχε τρεις φίλους: Τον Ελιφάζ τον Ταιμανίτη, το Βιλδάδ τον Σουχίτη και τον Σωφάρ τον Νααμαθίτη. Όταν, λοιπόν, αυτοί οι φίλοι του έμαθαν τη μεγάλη συμφορά που βρήκε τον Ιώβ, ήρθαν καθένας από τον τόπο του και συμφώνησαν να τον επισκεφθούν για να του συμπαρασταθούν και να τον παρηγορήσουν. 12 Καθώς όμως τον είδαν από μακριά δεν τον αναγνώρισαν και ξέσπασαν σε κλάμα γοερό. Ξέσκισαν τα ρούχα τουςΒλ. υποσ. εις κεφ. 1:20. και σκόρπισαν χώμα στον αέρα και πάνω στα κεφάλια τους. 13 Έπειτα κάθισαν μαζί του καταγής εφτά μερόνυχτα. Κανένας τους δεν του μιλούσε, γιατί έβλεπαν πόσο μεγάλος ήταν ο πόνος του.
A segunda provação de Jó
1 Em outro dia, os anjos2.1 Hebraico: os filhos de Deus. vieram apresentar-se ao Senhor, e Satanás2.1 Satanás significa adversário ou acusador; também nos versículos 2, 3, 4, 6 e 7. também veio entre eles. 2 O Senhor perguntou a Satanás:
— De onde você veio?
Satanás respondeu ao Senhor:
— De perambular pela terra e andar por ela.
3 Então, o Senhor disse a Satanás:
— Reparou no meu servo Jó? Não há ninguém na terra como ele: um homem íntegro e justo, que teme a Deus e evita fazer o mal. Ele se mantém íntegro, apesar de você me haver instigado contra ele para arruiná-lo sem motivo.
4 Satanás respondeu:
— Pele por pele! Um homem dará tudo o que tem por sua vida. 5 Estende a mão e fere a sua carne e os seus ossos, e verás se ele não te amaldiçoa na tua face.
6 O Senhor disse a Satanás:
— Pois bem, ele está nas suas mãos; apenas poupe a vida dele.
7 Saiu, pois, Satanás da presença do Senhor e afligiu Jó com feridas terríveis, da sola dos pés ao alto da cabeça. 8 Então, Jó apanhou um caco de louça e com ele se raspava, sentado entre as cinzas.
9 A mulher dele lhe disse:
— Você ainda mantém a sua integridade? Amaldiçoe a Deus e morra!
10 Ele respondeu:
— Você fala como uma insensata. Aceitaremos o bem dado por Deus, mas não o mal?
Em tudo isso, Jó não pecou com os lábios.
Os três amigos de Jó
11 Quando três amigos de Jó — Elifaz, de Temã; Bildade, de Suá; Zofar, de Naamate — souberam de todo o mal que o haviam atingido, saíram, cada um da sua região, e combinaram ir juntos para expressar condolências e consolar Jó. 12 Quando ergueram os olhos a distância, mal puderam reconhecê-lo e começaram a chorar em alta voz. Cada um deles rasgou o seu manto e lançou pó sobre a cabeça. 13 Depois, os três se sentaram no chão com ele, durante sete dias e sete noites. Ninguém lhe disse uma só palavra, pois viram que o seu sofrimento era muito grande.