1 Όποιος νομίζει πως μπορεί να τον νικήσει τον κροκόδειλο,
τον εαυτό του απατά·
αρκεί μονάχα η όψη του
ξερό στη γη για να σε ρίξει.
2 Ποιος θά ’ταν τόσο ριψοκίνδυνος
για να τολμήσει να τον προκαλέσει;
Και ποιος ακόμα τολμηρότερος
σ’ εμένα για ν’ αντισταθεί;
3 Ποιος προηγήθηκε στα δώρα του
ώστε να στείλω να τ’ ανταποδώσω;
Δικά μου είν’ όσα υπάρχουνε κάτω απ’ τον ουρανό.
4 Θα πω ακόμα για τα μέλη του κροκόδειλου,
το σφρίγος του
και την αρμονική κατασκευή του:
5 Ποιος να τολμήσει από εμπρός ν’ ανοίξει το χιτώνα του
και στο διπλό του θώρακαστο διπλό του θώρακα, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «στη διπλή σειρά δοντιών του».
ποιος να εισχωρήσει;
6 Ποιος θα τολμήσει να του ανοίξει
του στόματός του τη μεγάλη πύλη,
που τη φρουρούν τα φοβερά τα δόντια του;
7 Είναι η ράχη του όλη καμωμένη
από ασπίδες στερεές,
σφιχτά συγκολλημένες, αδιαπέραστες.
8 Η καθεμιά προσαρμοσμένη με την άλλη
έτσι που μήτε αέρας να μπορεί
ανάμεσά τους να περάσει.
9 Η μια ενωμένη με την άλλη τόσο σφιχτά
που τίποτα να μην μπορεί να τις χωρίσει.
10 Στο φτέρνισμα του κροκοδείλου λαμπυρίζουν τα νερά στο φως,
σαν την αυγή διάπυρα είν’ τα μάτια του.
11 Φλόγινες γλώσσες ξεπηδούν από το στόμα του
κι εκσφενδονίζονται δεμάτια σπίθες.
12 Αχνός απ’ τα ρουθούνια του σκορπιέται
σαν από χύτρα που κοχλάζει
ή από λέβητα.
13 Τόσο είν’ η ανάσα του καυτή που ανάβει κάρβουνα·
από το στόμα του πηδάνε φλόγες.
14 Στον τράχηλό του έχει τόση δύναμη ο κροκόδειλος,
ώστε καθένας που τον συναντά,
τρομάζει.
15 Τα τμήματα της σάρκας του είναι συγκολλημένα μεταξύ τους,
στερεωμένα πάνω του κι ανυποχώρητα.
16 Είναι σκληρή η καρδιά του σαν την πέτρα
και σταθερή καθώς η κάτω ακίνητη μυλόπετρα.
17 Όταν ορθώνεται ο κροκόδειλος,
τρέμουν ακόμα κι οι πιο δυνατοί,
και πανικόβλητοι υποχωρούνε.
18 Ξίφος κι αν τον χτυπήσει, εκείνος δεν πληγώνεται
ούτε από δόρυ, ακόντιο ή βέλος.
19 Το σίδερο είναι γι’ αυτόν σαν το άχυρο,
κι είν’ ο χαλκός σαν ξύλο σάπιο.
20 Δε θα μπορέσουνε του τόξου οι ριπές
σε φυγή τον κροκόδειλο να τρέψουν·
οι πέτρες της σφεντόνας είναι γι’ αυτόν σαν του σταριού το άχυρο.
21 Κομμάτι σταχοκάλαμο είναι γι’ αυτόν το ρόπαλο·
γελάει όταν τα δόρατα
στ’ αυτιά του πλάι σφυρίζουν.
22 Έχει εξογκώματα από κάτω στην κοιλιά του
σαν πέτρες κοφτερές·
περνάει κι αφήνει αυλακιές
στη λάσπη σαν τον βολοκόπο.
23 Το βυθό κάνει να κοχλάζει σαν καζάνι, ο κροκόδειλος,
τη θάλασσα να μοιάζει χύτρα
όπου ετοιμάζονται αλοιφές.
24 Πίσω του αφήνει λαμπερό ένα χνάρι
κι αποκτά κόμη λευκασμένη ο απύθμενος ωκεανός.
25 Πάνω στη γη δε βρίσκεται τίποτα
όμοιό του,
πλάστηκε να ’ναι ατρόμητος.
26 Κοιτάει με συγκατάβαση τα ζώα τα πιο αγέρωχα·
εκείνος είν’ ο βασιλιάς
σ’ όλα τ’ άγρια θεριά.Για την αλλαγή της αρίθμησης βλ. υποσ. εις κεφ. 40:25.
41.0 No texto hebraico, 41.1-8 corresponde a 40.25-32, e 41.9-34 corresponde a 41.1-26. 1 "Você consegue pescar com anzol o Leviatã41.1 Ou monstro marinho.
ou prender-lhe a língua com um laço?
2 Consegue fazer passar uma corda pelo nariz dele
ou atravessar-lhe o queixo com um gancho?
3 Você acha que ele vai implorar misericórdia
ou lhe dizer palavras amáveis?
4 Pensa que ele fará um acordo com você
para que o tenha como escravo pelo resto da vida?
5 Acaso você consegue fazer dele um animal de estimação,
como se fosse um passarinho,
ou pôr-lhe uma coleira para dá-lo às suas filhas?
6 Poderão os negociantes vendê-lo
ou reparti-lo entre os comerciantes?
7 Você consegue encher-lhe de arpões o couro
e com lanças de pesca a cabeça?
8 Se puser a mão nele, a luta ficará na sua memória,
e nunca mais você tornará a fazê-lo.
9 Esperar vencê-lo é ilusão;
apenas vê-lo já é assustador.
10 Ninguém é suficientemente corajoso para despertá-lo.
Quem, então, será capaz de resistir a mim?
11 Quem primeiro me deu alguma coisa a quem eu deva pagar?41.11 Ou A quem quer que me confronte eu retribuirei.
Tudo o que há debaixo dos céus me pertence.
12 "Não deixarei de mencionar os membros do Leviatã,
a sua força e o seu porte gracioso.
13 Quem consegue arrancar-lhe a capa externa?
Quem se aproximaria dele com uma rédea?
14 Quem ousa abrir-lhe as portas da boca,
cercada com dentes temíveis?
15 As suas costas possuem41.15 Ou O seu orgulho são as. fileiras de escudos
firmemente unidos;
16 cada um está tão junto do outro
que nem o ar passa entre eles;
17 estão tão interligados
que é impossível separá-los.
18 O seu forte sopro atira lampejos de luz;
os seus olhos são como os raios da alvorada.
19 Tições saem-lhe da boca;
fagulhas de fogo estalam.
20 Das narinas sai-lhe fumaça
como de panela fervente sobre fogueira de juncos.
21 O seu sopro acende o carvão,
e da sua boca saltam chamas.
22 No pescoço reside a sua força;
o desespero corre adiante dele.
23 As dobras da sua carne são fortemente unidas;
são tão duras que não se movem.
24 O seu peito é duro como pedra,
sólido como a pedra inferior do moinho.
25 Quando ele se ergue, os poderosos se apavoram;
fogem com medo dos seus golpes.
26 A espada que o atinge nada lhe faz,
nem a lança, tampouco a flecha ou o dardo.
27 Como palha trata o ferro;
como madeira podre, o bronze.
28 As flechas não o afugentam;
as pedras das fundas são como cisco para ele.
29 O bastão lhe parece fiapo de palha;
o brandir da lança o faz rir.
30 O seu ventre é como caco dentado
que deixa rastro na lama como o trilho de debulhar.
31 Ele faz as profundezas se agitarem como caldeirão fervente
e revolve o mar como pote de unguento.
32 Deixa atrás de si um rastro cintilante,
como se fossem os cabelos brancos do abismo.
33 Nada na terra se equipara a ele:
criatura destemida!
34 Com desdém, olha todos os altivos;
reina soberano sobre todos os orgulhosos".