1 Εξαγγελία για τη Δαμασκό.
Η Δαμασκός θα πάψει να είναι πόλη· θα γίνει ένας σωρός ερείπια. 2 Οι πόλεις τηςοι πόλεις, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει: «οι πόλεις της Αροήρ». για πάντα θα εγκαταλειφθούν και στα κοπάδια θα παραδοθούν, για ν’ αναπαύονται εκεί πέρα ανενόχλητα. 3 Ο Εφραΐμο Εφραΐμ. Βλ. υποσ. εις κεφ. 7:2. θα χάσει τα οχυρά του κι η Δαμασκός τη βασιλική εξουσία της. Ό,τι απομείνει απ’ τη Συρία θα ξεπέσει, μαζί με τη δόξα των Ισραηλιτών. Αυτά λέει ο Κύριος του σύμπαντος.
4 Την ημέρα εκείνη, η δόξα του ΙακώβΟ Ιακώβ, όπως και ο Εφραΐμ, συχνά στην Π.Δ. αντιπροσωπεύουν το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ. θα ελαττωθεί και η παχιά του σάρκα θ’ αδυνατίσει. 5 Θα είναι σαν να περνάει ο θεριστής και το δρεπάνι του να κόβει τα στάχυα· σαν να μαζέψανε τα στάχυα στην κοιλάδα Ρεφαΐμ. κοιλάδα Ρεφαΐμ. Κοιλάδα κοντά στην Ιερουσαλήμ.6 Δε θα μείνουν από τον Ισραήλ παρά μόνο τα υπολείμματα, όπως συμβαίνει όταν τινάζουν την ελιά, και μένουνε δυο τρεις καρποί απάνω στην κορφή ή τέσσερις πέντε στα κλαριά του δέντρου. Αυτά λέει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ.
7 Την ημέρα εκείνη ο άνθρωπος θα στρέψει το βλέμμα του προς τον Πλάστη του, θα υψώσει τα μάτια του προς τον Άγιο Θεό του Ισραήλ. 8 Δε θα στρέφει πια τα μάτια του προς τα θυσιαστήρια, τα έργα που κατασκεύασε ο ίδιος με τα χέρια του· δε θ’ ατενίζει πια στις ξύλινες λατρευτικές στήλες και στα θυσιαστήρια του θυμιάματος.
9 Την ημέρα εκείνη οι οχυρές πόλεις σου, Ισραήλ, θα εγκαταλειφθούν όπως οι πόλεις των Ευαίων και των Αμορραίων, που οι κάτοικοί τους τις είχαν αφήσει έρημες και φύγανε για να γλιτώσουν από σας. Όλα θα ερημωθούν.
10 Λησμόνησες το Θεό, το σωτήρα σου, κι έπαψες πια να σκέφτεσαι το βράχο που σε προστατεύει. Γι’ αυτό φυτεύεις κήπους όμορφους, για να λατρεύεις ξένους θεούς μέσα σ’ αυτούς.Πιθανός υπαινιγμός για τους «κήπους του Άδωνι» (μικρά φυτώρια εφήμερων φυτών σε δοχεία), πρακτική που οι Ισραηλίτες την είχαν δανειστεί από τις λατρείες της γονιμότητας (βλ. υποσ. εις κεφ. 1:29).11 Την ίδια μέρα που τους φυτεύεις, εκείνοι μεγαλώνουν, κι απ’ το πρωί ανθούν. Μα δε θα υπάρξει θερισμός όταν θα ’ρθεί του μαρασμού η μέρα και ο καιρός του πόνου του αγιάτρευτου.
12 Αλίμονο! Βουή πλήθους λαών!
Βουΐζουνε σαν τη βουή της θάλασσας·
θόρυβος των εθνών,
βρυχιούνται σαν μανιασμένα κύματα.
13 Τα έθνη μουγκρίζουν
σαν το μούγκρισμα των ωκεανών.Ο προφήτης περιγράφει με ποιητική μορφή την εισβολή των ασσυριακών στρατευμάτων και την υποχώρησή τους το 701 π.Χ. (Βλ. Β΄ Βασ 18:13–19:37).
Αλλά ο Θεός θα τα απειλήσει
και θ’ απομακρυνθούν καταδιωγμένα
σαν των βουνών το άχυρο από το φύσημα του αγέρα,
καθώς του γαϊδουράγκαθου οι σπόροι απ’ τον ανεμοστρόβιλο.
14 Το βράδυ τρόμος!
Πριν ακόμα χαράξει
τα έθνη δεν υπάρχουν πια!
Αυτή είναι η τύχη εκείνων που μας λεηλατούν·
αυτή είναι η μοίρα αυτών που μας ληστεύουν.
1 Profezia contro Damasco.
"Ecco, Damasco è tolto dal numero delle città e non sarà più che un ammasso di rovine. 2 Le città di Aroer sono abbandonate; sono lasciate alle mandrie che vi si riposano, e nessuno le spaventa. 3 Non vi sarà più fortezza in Efraim né reame in Damasco; e del residuo della Siria avverrà ciò che è avvenuto della gloria dei figli d’Israele", dice l’Eterno degli eserciti.
4 "In quel giorno, la gloria di Giacobbe sarà diminuita, e il grasso del suo corpo dimagrirà. 5 Avverrà come quando il mietitore raccoglie il grano e con il braccio falcia le spighe; avverrà come quando si raccolgono le spighe nella valle di Refaim. 6 Vi rimarrà qualcosa da spigolare, come quando si scuote l’ulivo restano due o tre olive nelle cime più alte, quattro o cinque nei rami più carichi", dice l’Eterno, l’Iddio d’Israele.
7 In quel giorno l’uomo volgerà lo sguardo verso il suo Creatore, e i suoi occhi guarderanno al Santo d’Israele; 8 e non volgerà più lo sguardo verso gli altari, opera delle sue mani; e non guarderà più a quello che le sue dita hanno fatto, agli idoli di Astarte e alle colonne solari. 9 In quel giorno, le sue città forti saranno abbandonate, come furono abbandonate le foreste e le vette dei monti all’avvicinarsi dei figli d’Israele: sarà una desolazione.
10 Perché hai dimenticato l’Iddio della tua salvezza e non ti sei ricordato della Rocca della tua forza, ti sei fatto delle piantagioni piacevoli e hai piantato dei tralci stranieri. 11 Il giorno che li piantasti li circondasti di una siepe e ben presto facesti fiorire le tue piante: ma la raccolta ti sfugge nel giorno dell’angoscia, del disperato dolore.
12 Oh, che rumore di popoli numerosi! muggiscono, come muggiscono i mari. 13 Che tumulto di nazioni! le nazioni rumoreggiano come rumoreggiano le grandi acque. Ma egli le minaccia, ed esse fuggono lontano, scacciate, come la pula dei monti dal vento, come un turbine di polvere dall’uragano. 14 Alla sera, ecco il terrore; prima del mattino, non sono più. Ecco la parte di quelli che ci spogliano, ecco la sorte di chi ci saccheggia!