1 Την ημέρα εκείνη ο Κύριος με το βαρύ, το μεγάλο και δυνατό του ξίφος θα τιμωρήσει τον Λεβιάθαν, το φίδι που συστρέφεται και ξεφεύγει, θα σκοτώσει το δράκοντα της θάλασσας.
2 Την ημέρα εκείνη θα τραγουδήσετε τον ύμνο στο αμπέλιαμπέλι. Βλ. υποσ. εις κεφ. 3:14. το εκλεκτό:
3 «Εγώ ο Κύριος το φυλάω·
και το ποτίζω αδιάκοπα.
Νύχτα και μέρα το φυλάω
ώστε κανείς να μην το βλάψει.
4 Δεν είμαι πια μ’ αυτό οργισμένος.
Αν όμως έβρισκα αγκάθια και τριβόλια
θα ’δινα μάχη εναντίον τους
θα ’βαζα φωτιά σ’ όλα μαζί.
5 Εκτός κι αν οι εχθροί αυτοί ζητήσουν προστασία κοντά μου
κι ειρήνη μαζί μου κάνουνε·
ναι, ας κάνουν μαζί μου ειρήνη».
6 Έρχεται μέρα που οι απόγονοι του Ιακώβ θα ρίξουν καινούριες ρίζες· ο Ισραήλ θ’ ανθίσει, θα καρποφορήσει, και θα γεμίσουν οι καρποί του την οικουμένη ολόκληρη. 7 Χτύπησε τάχα ο Κύριος το λαό του, όπως εκείνους που τον χτύπησαν; ή τάχα τον θανάτωσε όπως εκείνους που τον θανατώσαν; 8 Όχι· μονάχα όσο αξίζαν τους τιμώρησε, με εξορία και διωγμό, τούς πήρε με το δυνατό του φύσημα, όπως όταν φυσάει άνεμος ανατολικός.
9 Όλες τις πέτρες των θυσιαστηρίων κομμάτια θα τις κάνουν του Ιακώβ οι απόγονοι, σαν τις τριμμένες ασβεστόπετρες· ποτέ πια να μην ξαναστηθούν ξύλινες λατρευτικές στήλες ούτε θυσιαστήρια θυμιάματος. Έτσι θα εξιλεωθεί των απογόνων του Ιακώβ η ανομία κι αυτό θα είναι το λύτρο για να εξαλειφθεί η αμαρτία τους. 10 Η οχυρωμένη πόλη ερημώθηκε, έμεινε ακατοίκητη και σαν την έρημο εγκαταλειμμένη. Εκεί βόσκουνε τα μοσχάρια· εκεί πλαγιάζουν και μασάνε τους βλαστούς. 11 Όταν των δέντρων τα κλαριά ξεραίνονται, τα σπάνε, έρχονται οι γυναίκες να τα κάψουνε.
Πράγματι ο λαός αυτός ήταν ανόητος, γι’ αυτό δεν θα τον λυπηθεί ο δημιουργός του, δε θα τον ελεήσει ο πλάστης του.
12 Αλλά έρχεται μέρα που ο Κύριος θα σας συνάξει έναν έναν, γιοι του Ισραήλ, από την όχθη του ποταμού Ευφράτη ως το χείμαρρο της Αιγύπτου,χείμαρρο της Αιγύπτου. Βλ. υποσ. εις Αρ 34:5. καθώς τινάζουνε τα στάχυα και ξεχωρίζουν τον καρπό. 13 Και τότε θα ηχήσει η μεγάλη σάλπιγγα και θα ’ρθουν όσοι ήταν στην Ασσυρία εξόριστοι κι όσοι ήταν στην Αίγυπτο διωγμένοι, και θα λατρέψουνε τον Κύριο πάνω στο άγιο όρος, στην Ιερουσαλήμ.
1 In quel giorno, l’Eterno punirà con la sua spada dura, grande e forte, il leviatano, l’agile serpente, il leviatano, il serpente tortuoso e ucciderà il mostro che è nel mare!
2 In quel giorno cantate la vigna dal vino vermiglio! 3 Io, l’Eterno, ne sono il guardiano, io la irrigo ogni istante; la custodisco notte e giorno, affinché nessuno la danneggi. 4 Nessuna ira è in me. Ah! se dovessi combattere contro rovi e pruni, io mi muoverei contro di loro e li brucerei tutti assieme! 5 A meno che non mi si prenda per rifugio, che non si faccia la pace con me, che non si faccia la pace con me.
6 In futuro, Giacobbe metterà radice, Israele fiorirà e germoglierà, e copriranno di frutta la faccia della terra. 7 L’Eterno ha forse colpito il suo popolo come ha colpito quelli che colpivano lui? Lo ha forse ucciso come ha ucciso quelli che uccidevano lui? 8 Tu lo hai punito con misura, mandandolo lontano, portandolo via con il tuo soffio impetuoso, in un giorno di vento orientale. 9 In questo modo è stata espiata l’iniquità di Giacobbe, e questo è il frutto della rimozione del suo peccato: egli ha ridotto tutte le pietre degli altari come pietre di calce frantumate, in modo che gli idoli di Astarte e le colonne solari non risorgeranno più.
10 La città fortificata è una solitudine, una casa disabitata, abbandonata come il deserto; vi pascoleranno i vitelli, vi giaceranno e ne divoreranno gli arbusti. 11 Quando i rami saranno secchi, saranno spezzati e verranno le donne a bruciarli; poiché è un popolo senza intelligenza, perciò colui che lo ha fatto non ne avrà compassione. Colui che lo ha formato non gli farà grazia.
12 In quel giorno, l’Eterno scuoterà i suoi frutti, dal corso del fiume al torrente d’Egitto; voi sarete raccolti a uno a uno, o figli d’Israele.
13 E in quel giorno suonerà una grande tromba; e quelli che erano perduti nel paese di Assiria e quelli che erano dispersi nel paese d’Egitto verranno e si prostreranno davanti all’Eterno, sul monte santo, a Gerusalemme.