1 Ο Κύριος λέει στο βασιλιά Κύρο, σ’ αυτόν που έχρισεΕδώ ο Κύρος, βασιλιάς των Περσών, λαμβάνει τον ίδιο τίτλο («κεχρισμένος») με το βασιλιά του Ιούδα (Ψλ 2:2· 18:51 κλπ.) Πρβλ. με κεφ. 44:28: «θα τον κάνω βοσκό μου». και υποστήριξε για να υποτάξει μπρος του τα έθνη και ν’ αφοπλίσει τους βασιλιάδες, ν’ ανοίξει μπρος του τα θυρόφυλλα των πόλεων, ώστε οι πύλες να μη μένουν πια κλειστές: 2 «Μπροστά σου θα βαδίσω εγώ και θα εξομαλύνω τους δρόμους τους ανώμαλους· τις χάλκινες τις θύρες θα συντρίψω, θα σπάσω τους σιδερένιους τους μοχλούς. 3 Μυστικούς θα σου δώσω θησαυρούς, κρυμμένα πλούτη, για να γνωρίσεις πως εγώ είμαι ο Κύριος, που σ’ έχω πάρει στην υπηρεσία μου, ο Θεός του Ισραήλ. 4 Για χάρη των απογόνων του δούλου μου Ιακώβ, του Ισραήλ, του εκλεκτού λαού μου, σε πήρα στην υπηρεσία μου. Και σου ’κανα αυτή την τιμή, μολονότι εσύ δεν με γνώριζες. 5 Εγώ είμαι ο Κύριος· δεν είναι άλλος κανείς εκτός από μένα, δεν υπάρχει άλλος Θεός. Θα σε εξοπλίσω, έστω κι αν δε με γνωρίζεις, 6 ώστε να μάθουν από την ανατολή ως τη δύση πως άλλος δεν υπάρχει εκτός από μένα. Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει άλλος. 7 Εγώ δημιούργησα το φως και το σκοτάδι, την ευτυχία έφτιαξα και τη δυστυχία. Εγώ, ο Κύριος, είμαι που όλ’ αυτά τα πραγματοποιώ. 8 Σκορπίστε, ουρανοί, δροσιά απ’ τα ύψη, και βρέξτε, νέφη, δικαιοσύνη· η γη ας ανοίξει κι ας προβάλει η σωτηρία, μαζί ας βλαστήσει κι η δικαιοσύνη! Εγώ ο Κύριος τα δημιούργησα αυτά.
9 Αλίμονο σ’ εκείνον που το δημιουργό του μάχεται, ενώ είν’ όστρακο απ’ τον πηλό της γης. Κανένα βάζο πήλινο τον κεραμέα του δε ρωτάει, γιατί το κατασκεύασε, ούτε κανένα έργο του τον ρωτάει αν έχει χέρια επιδέξια. 10 Αλίμονο σ’ εκείνον που λέει στον πατέρα του: «Γιατί με γέννησες;» στη μάνα του, «γιατί για μένα κοιλοπόνεσες;»
11 Λέει ο Κύριος, ο Άγιος Θεός του Ισραήλ, ο δημιουργός του: «Για το λαό μου με ρωτάτε και για το τι θα κάνω μου δίνετε εντολές; 12 Εγώ έφτιαξα τη γη και δημιούργησα πάνω σ’ αυτήν τον άνθρωπο· εγώ άπλωσα με τα χέρια μου τους ουρανούς, διατάζω όλα τ’ αστέρια τους. 13 Εγώ ξεσήκωσα τον Κύρο για να επιβάλει τις εντολές μου, και θα εξομαλύνω όλους τους δρόμους του· αυτός την πόλη μου θα ανοικοδομήσει και θ’ απελευθερώσει τους αιχμαλώτους μου, χωρίς να πάρει χρήματα ούτε δώρα». Αυτά λέει ο Κύριος του σύμπαντος.
14 Λέει ο Κύριος στο λαό του: «Οι εργάτες απ’ την Αίγυπτο κι οι έμποροι απ’ την Αιθιοπία και ο λαός της Σεβά,Σεβά. Βλ. υποσ. εις κεφ. 43:3. οι άντρες οι υψηλόκορμοι, θα οδηγηθούν κοντά σου και θα γίνουν δούλοι σου· θα σε ακολουθήσουν, θα περάσουν δέσμιοι από μπρος σου, θα σε προσκυνούν ομολογώντας: "μόνο μ’ εσένα είναι ο Θεός, και δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από κείνον"». 15 Πράγματι, εσύ είσαι Θεός που κρύβεσαι, Θεέ του Ισραήλ, και λυτρωτή! 16 Θα ντροπιαστούν και θα ταπεινωθούν όλοι μαζί, αυτοί που φτιάχνουν τα είδωλα· θα φύγουν ντροπιασμένοι. 17 Τον Ισραήλ όμως ο Κύριος θα τον σώσει κι η σωτηρία αυτή θα είναι αιώνια! Εσείς, Ισραηλίτες, δεν πρόκειται να ντροπιαστείτε ή να ταπεινωθείτε ποτέ μες στους αιώνες.
18 Ο Κύριος είν’ ο δημιουργός του ουρανού, αυτός είν’ ο Θεός. Τη γη έφτιαξε και τη σχημάτισε, αυτός τη στέριωσε, την έπλασε όχι για να ’ναι έρημη, μα για να κατοικείται. Αυτός είναι που λέει: «Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει άλλος. 19 Δε μίλησα κρυφά ούτ’ έκρυψα τη σκέψη μου· δεν είπα στους απογόνους του Ιακώβ, "ζητήστε με στο κενό". Εγώ είμαι ο Κύριος, που λέω ό,τι είναι δίκαιο και αναγγέλλω την αλήθεια».
20 «Μαζευτείτε κι ελάτε· όλοι μαζί πλησιάστε, όσοι από τα έθνη επιζήσατε. Τίποτα δε γνωρίζουν αυτοί που μεταφέρουν τα σκαλισμένα ξύλα τους και σε θεό προσεύχονται ανήμπορο να σώσει. 21 Πλησιάστε, παρουσιάστε την υπόθεσή σας, κάντε συμβούλιο ακόμα μεταξύ σας. Ποιος το ανάγγειλε αυτό απ’ τους παλιούς τους χρόνους, ποιος από τότε είχε πει πως θα συμβεί; Δεν είμ’ εγώ ο Κύριος; Άλλος Θεός εκτός από μένα δεν υπάρχει, δίκαιος Θεός και λυτρωτής, δεν υπάρχει άλλος από μένα.
22 »Στραφείτε σ’ εμένα για να σωθείτε, όλα τα πέρατα της γης, γιατί εγώ είμαι ο Κύριος, κι άλλος Θεός εκτός από μένα δεν υπάρχει. 23 Ορκίστηκα στον εαυτό μου κι αυτό που λέω, πάντα γίνεται. Ο λόγος μου δεν θ’ ανακληθεί, γιατί μπροστά μου θα καμφθούν όλα τα γόνατα· όλοι θα ομολογούν και θα λένε: 24 "μονάχα ο Κύριος είναι δυνατός και προστατεύει"».
Σ’ αυτόν θα ’ρθούνε καταντροπιασμένοι όλοι όσοι έχουν οργιστεί εναντίον του. 25 Στον Κύριο θα βρούνε σωτηρία και δόξα όλοι οι απόγονοι του Ισραήλ.
1 Così parla l’Eterno al suo unto, a Ciro, che io ho preso per la destra per atterrare davanti a lui le nazioni, per sciogliere le cinture ai fianchi dei re, per aprire davanti a lui le porte, in modo che nessuna gli resti chiusa. 2 "Io camminerò davanti a te, e appianerò i luoghi impervi; frantumerò le porte di bronzo, e spezzerò le sbarre di ferro; 3 ti darò i tesori nascosti nelle tenebre e le ricchezze nascoste in luoghi segreti, affinché tu riconosca che io sono l’Eterno che ti chiama per nome, l’Iddio d’Israele. 4 Per amore di Giacobbe, mio servo, e d’Israele, mio eletto, io ti ho chiamato per nome, ti ho designato, anche se non mi conoscevi. 5 Io sono l’Eterno, e non ce n’è nessun altro; fuori di me non c’è altro Dio! Io ti ho preparato, anche se non mi conoscevi, 6 perché da oriente a occidente si riconosca che non c’è altro Dio fuori di me. Io sono l’Eterno, e non ce n’è alcun altro; 7 io formo la luce, creo le tenebre, do il benessere, creo l’avversità; io, l’Eterno, sono colui che fa tutte queste cose.
8 Cieli, stillate dall’alto; nuvole fate piovere la giustizia! Si apra la terra e sia feconda di salvezza; faccia germogliare la giustizia al tempo stesso. Io, l’Eterno, creo tutto questo".
9 Guai a chi contende con il suo creatore, egli, rottame fra i rottami di vasi di terra! L’argilla dirà forse a chi la forma: "Che fai?" o l’opera tua dirà forse: "Egli non ha mani?". 10 Guai a chi dice a suo padre: "Perché generi?" e a sua madre: "Perché partorisci?".
11 Così parla l’Eterno, il Santo d’Israele, colui che lo ha formato: "Voi mi interrogate riguardo le cose future! Mi date degli ordini sui miei figli e sull’opera delle mie mani! 12 Ma io, io ho fatto la terra e ho creato l’uomo sopra di essa; io, con le mie mani, ho spiegato i cieli,e comando tutto il loro esercito. 13 Io ho suscitato Ciro, nella mia giustizia, e appianerò tutte le sue vie; egli ricostruirà la mia città e rimanderà liberi i miei esuli senza prezzo di riscatto e senza doni", dice l’Eterno degli eserciti.
14 Così parla l’Eterno: "Il frutto delle fatiche dell’Egitto, del traffico dell’Etiopia e dei Sabei dalla grande statura passeranno a te, e saranno tuoi; quei popoli cammineranno dietro a te, passeranno incatenati, si prostreranno davanti a te, e ti supplicheranno dicendo: Certo, Iddio è in te, e non ce n’è nessun altro; non c’è altro Dio". 15 In verità tu sei un Dio che ti nascondi, o Dio d’Israele, o Salvatore! 16 Saranno svergognati, sì, tutti quanti confusi; se ne andranno tutti assieme coperti di vergogna i fabbricanti di idoli; 17 ma Israele sarà salvato dall’Eterno mediante una salvezza eterna, voi non sarete svergognati né confusi, mai più in eterno.
18 Poiché così parla l’Eterno che ha creato i cieli, l’Iddio che ha formato la terra, l’ha fatta, l’ha stabilita, non l’ha creata perché rimanesse deserta, ma l’ha formata perché fosse abitata: Io sono l’Eterno e non ce n’è nessun altro. 19 Io non ho parlato in segreto: in qualche luogo tenebroso della terra; io non ho detto alla discendenza di Giacobbe: "Cercatemi invano!". Io, l’Eterno, parlo con giustizia, dichiaro le cose che sono giuste. 20 Radunatevi, venite, accostatevi tutti insieme, voi che siete scampati dalle nazioni! Quelli che portano il loro idolo di legno non hanno intelletto: pregano un dio che non può salvare.
21 Annunciatelo, fateli avvicinare, si consiglino pure insieme! Chi ha annunciato queste cose fin dai tempi antichi e le ha predette da lungo tempo? Non sono forse io, l’Eterno? E non c’è altro Dio fuori di me, un Dio giusto, e non c’è Salvatore fuori di me. 22 Volgetevi a me e siate salvati, voi tutte le estremità della terra! Poiché io sono Dio, e non ce n’è nessun altro. 23 Per me stesso io l’ho giurato; è uscita dalla mia bocca una parola di giustizia, e non sarà revocata: ogni ginocchio si piegherà davanti a me, ogni lingua mi presterà giuramento. 24 "Solo nell’Eterno", si dirà di me, "è la giustizia e la forza". A lui verranno, pieni di confusione, tutti quelli che erano accesi d’ira contro di lui. 25 Nell’Eterno sarà giustificata e si glorierà tutta la progenie d’Israele.