Publicidade

Isaías 38

IRB20
Η ασθένεια του Εζεκία

1 Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς Εζεκίας αρρώστησε βαριά, να πεθάνει. Τότε τον επισκέφθηκε ο προφήτης Ησαΐας, γιος του Αμώς, και του είπε: «Άκου τι λέει ο Κύριος: Τακτοποίησε τις υποθέσεις του σπιτιού σου, γιατί δε θα ζήσεις για πολύ ακόμη. Θα πεθάνεις».

2 Ο Εζεκίας γύρισε τότε το πρόσωπο στον τοίχο και προσευχήθηκε στον Κύριο. 3 «Κύριε», είπε, «θυμήσου, σε παρακαλώ, πώς έζησα ενώπιόν σου με πιστότητα και με ευθύτητα καρδιάς, κι έπραξα ό,τι σου ήταν αρεστό!» Κι άρχισε να κλαίει γοερά.

4 Τότε ήρθε στον Ησαΐα λόγος του Κυρίου: 5 «Γύρνα πίσω», του είπε ο Κύριος, «και πες στον Εζεκία: "ο Κύριος, ο Θεός του Δαβίδ, του προγόνου σου, λέει: Άκουσα την προσευχή σου και είδα τα δάκρυά σου. Θα προσθέσω, λοιπόν, στη ζωή σου δεκαπέντε χρόνια· 6 θα υπερασπιστώ αυτή την πόλη και θα σας ελευθερώσω εσένα και την πόλη από το βασιλιά της Ασσυρίας. 7 Και για να σαι βέβαιος ότι εγώ, ο Κύριος, θα εκπληρώσω την υπόσχεσή μου, θα σου δώσω ένα σημείο: 8 Στη σκάλα του Άχαζ,Ο Άχαζ ήταν πατέρας του Εζεκία. Για το ηλιακό ρολόι του Άχαζ βλ. υποσ. εις Β΄ Βασ 20:9. όπου η σκιά έχει κατέβει δέκα σκαλοπάτια, θα την κάνω να γυρίσει πίσω"». Και πραγματικά η σκιά οπισθοχώρησε κι ο ήλιος ξαναφώτισε τα δέκα σκαλοπάτια όπου είχε κατεβεί η σκιά.

Η προσευχή του Εζεκία

9 Ποίημα που έγραψε ο Εζεκίας, βασιλιάς του Ιούδα, όταν ανέρρωσε από την αρρώστια του:

10 Σκεφτόμουνα πως στης ζωής μου τα μισά

θα φευγα για τις πύλες του άδη·

και θα χανα τα χρόνια μου τα υπόλοιπα.

11 Σκεφτόμουνα πως ποτέ πια

δε θα βλεπα τον Κύριο στων ζωντανών τη χώρα

ούτε κανέναν άνθρωπο απόσους σαυτό τον κόσμο κατοικούν.

12 Κόπηκε απτο στήριγμά της η ζωή μου

μακριά μου έφυγε καθώς σκηνή βοσκού·

εινη ζωή μου σαν το υφαντό

που στου αργαλειού τυλίχτηκε τον κύλινδρο

κι ο υφαντής τού κόβει τα στημόνια.

Απτο πρωί ως το δειλινό

θα μέχεις πια αποτελειώσει, Κύριε.

13 Το πρωί ένιωθα πως είχα τσακιστεί.

Σάμπως λιοντάρι ο Κύριος συντρίβει τα οστά μου·

απτο πρωί ως το δειλινό

νιώθω το τέλος μου να πλησιάζει.

14 Κραυγές αφήνω πόνου σαν το χελιδόνι,

και σαν το περιστέρι στεναγμούς·

τα μάτια μου κουράστηκαν

στον ουρανό να βλέπω.

Κύριε, βρίσκομαι σε απόγνωση· γίνε μου εσύ βοηθός.

15 Τι να πω εγώ;

Εκείνος το πε και το εκτέλεσε·

σόλη μου τη ζωή θα ζω

με πίκρα στην ψυχή μου.

16 Για σένα, Κύριε, θα ζήσει η καρδιά μου

και θα ζωογονηθεί το πνεύμα μου·

θεράπευσέ με,

φέρε με πάλι στη ζωή.

17 Η πίκρα μου θα γίνει ευτυχία.

Εσύ λύτρωσες τη ζωή μου από το λάκκο της καταστροφής,

γιατί έριξες πίσω σου όλες τις αμαρτίες μου.

18 Ο άδης δεν θα σε υμνήσει,

ούτε θα σε δοξολογήσουν οι νεκροί·

εκείνοι που στον τάφο κατεβαίνουν

δεν μπορούν να ελπίζουν στην πιστότητά σου πια.

19 Οι ζωντανοί, μονάχα αυτοί θα σε υμνούν,

όπως σήμερα εγώ·

κι όπως οι πατεράδες που θα λένε στα παιδιά τους

για τη δική σου την πιστότητα.

20 Κύριε, μέσωσες!

Με μουσικά όργανα θα σε υμνούμε

όλες τις μέρες της ζωής μας μέσα στον οίκο σου.

21 Μετά ο Ησαΐας είπε να ετοιμάσουν ένα κατάπλασμα από σύκα και να το βάλουν πάνω στην πληγή για να γιατρευτεί ο βασιλιάς. 22 Ο Εζεκίας ρώτησε τον Ησαΐα: «Ποιο είναι το σημείο ότι θα μπορέσω πάλι νανέβω στο ναό του Κυρίου;»Η σωστή θέση των στ. 21-22 είναι μετά το στ. 6 του παρόντος κεφαλαίου (πρβλ. Β΄ Βασ 20:6-11). Ένα αξιόλογο εβρ. χειρ. του Ησαΐα από το Κουμράν παραλείπει τελείως αυτούς τους δύο στίχους.

Malattia, guarigione e cantico di Ezechia

1 In quel tempo Ezechia si ammalò mortalmente; il profeta Isaia, figlio di Amots, andò da lui e gli disse: "Così parla l’Eterno: Dai tuoi ordini alla tua casa, perché sei un uomo morto, e non vivrai più". 2 Allora Ezechia voltò la faccia verso la parete e fece all’Eterno questa preghiera: 3 "O Eterno, ricordati, ti prego, che io ho camminato alla tua presenza con fedeltà e con cuore integro, e che ho fatto ciò che è bene ai tuoi occhi!". Ed Ezechia scoppiò in un gran pianto. 4 Allora la parola dell’Eterno fu rivolta a Isaia, in questi termini: 5 "Vae dia Ezechia: Così parla l’Eterno, l’Iddio di Davide, tuo padre: Io ho udito la tua preghiera, ho visto le tue lacrime; ecco, io aggiungerò ai tuoi giorni quindici anni; 6 libererò te e questa città dalle mani del re di Assiria e proteggerò questa città. 7 E, da parte dell’Eterno, questo sarà per te il segno che l’Eterno adempirà la parola che ha pronunciato: 8 ecco, io farò retrocedere di dieci gradini l’ombra dei gradini che, per effetto del sole, si è allungata sui gradini di Acaz". E il sole retrocesse di dieci gradini sui gradini dove era disceso.

9 Scritto di Ezechia, re di Giuda, in occasione della sua malattia e della guarigione dal suo male.

10 "Io dicevo: Al culmine dei miei giorni devo andarmene alle porte del soggiorno dei morti; io sono privato del resto dei miei anni!. 11 Io dicevo: Non vedrò più l’Eterno, l’Eterno, sulla terra dei viventi; fra gli abitanti del mondo dei trapassati, non vedrò più nessun uomo. 12 La mia dimora è divelta e portata via lontano da me, come una tenda di pastore. Io ho arrotolato la mia vita, come fa il tessitore; egli mi taglia via dalla trama; dal giorno alla notte tu mi avrai finito. 13 Io speravo fino al mattinoma come un leone, egli mi spezzava tutte le ossa; dal giorno alla notte tu mi avrai finito. 14 Io stridevo come la rondine, come la gru, io gemevo come la colomba: i miei occhi erano stanchi di guardare in alto. O Eterno, mi si fa violenza; sii tu il mio garante.

15 Che dirò? Egli mi ha parlato, ed egli lo ha fatto; io camminerò con umiltà durante tutti i miei anni, ricordando l’amarezza della mia anima. 16 Signore, mediante queste cose si vive e in tutte queste cose sta la vita del mio spirito; guariscimi, dunque, e rendimi la vita. 17 Ecco, è per la mia pace che io ho avuto grande amarezza; ma tu, nel tuo amore, hai liberato la mia anima dalla fossa della corruzione, perché ti sei gettato dietro alle spalle tutti i miei peccati.

18 Poiché non è il soggiorno dei morti che possa lodarti, non è la morte che ti possa celebrare; quelli che scendono nella fossa non possono più sperare nella tua fedeltà. 19 Il vivente, il vivente è colui che ti loda, come faccio io quest’oggi; il padre farà conoscere ai suoi figli la tua fedeltà. 20 Io ho l’Eterno che mi salva! e noi canteremo cantici al suono degli strumenti a corda, tutti i giorni della nostra vita, nella casa dell’Eterno".

21 Isaia aveva detto: "Si prenda una quantità di fichi, se ne faccia un impiastro, e lo si applichi sull’ulcera ed egli guarirà". 22 Ezechia aveva detto: "A quale segno riconoscerò che io salirò alla casa dell’Eterno?".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-