Publicidade

Isaías 57

IRB20
Καταδίκη των ασυνείδητων αρχηγών του Ισραήλ

1 Ο Κύριος λέει: «Ο δίκαιος πεθαίνει κι όμως κανένας δεν το παίρνει κατάκαρδα· χάνονται οι ευσεβείς χωρίς να το αντιληφθεί κανένας. Αλλά ο δίκαιος απτην κακία απομακρύνεται, 2 για να μπει στην ειρήνη· σε μια μακαριότητα αναπαύονται εκείνοι που ακολούθησαν το δρόμο το σωστό.Η έννοια των στ. 1-2 είναι αβέβαιη.

3 »Εσείς όμως, παιδιά της μάγισσας, απόγονοι μοιχού και πόρνης,Βλ. υποσ. εις Ωσ 2:4. πλησιάστε κατά δω. 4 Ποιον κάνετε περίγελο; ποιον έχουν στόχο τανοιχτά σας στόματα και σε ποιον βγάζετε τη γλώσσα; Δεν είστε μήπως της παρανομίας παιδιά και της απάτης γέννα; 5 Πορνεύετε με τα είδωλα κάτω από των δέντρων τις σκιές!Στους στ. 5-8 ο προφήτης υπαινίσσεται τις λατρείες της γονιμότητας, για τις οποίες γίνεται επίσης λόγος εις Ησ 1:29· Ιερ 2:20· Ιεζ 6:13 κλπ. Τα παιδιά σας μες στις χαράδρες τα θυσιάζετε και μες στων βράχων τα κοιλώματα. 6 Των φαραγγιών τις πέτρεςΤων φαραγγιών τις πέτρες ήταν πιθανόν πέτρινα (σεξουαλικά) ομοιώματα κάποιας λατρείας γονιμότητας (βλ. προηγούμενη υποσ.) τις κάνατε θεούς και τις λατρέψατε. Αυτή είναι η κατάντια σας. Σαυτές σταλάξατε σπονδές, κάνατε προσφορές καρπών· και περιμένετε μαυτά να μαι ευχαριστημένος;

7 »Βάλατε το κρεβάτι της μοιχείας σας πάνω σένα μεγάλο και ψηλό βουνό κι εκεί ανεβήκατε για να προσφέρετε θυσία. 8 Μέσα απτις θύρες και τους παραστάτες των σπιτιών σας στήσατε το ειδωλολατρικό σας σύμβολο. Εγκαταλείψατε εμένα κι ανεβαίνετε στης μοιχείας σας πάνω το κρεβάτι, λατρεύοντας ξένους θεούς. Αυτό το επαίσχυντο φέρσιμό σας το απολαμβάνετε και πληρωνόσαστε κιόλας γιαυτό.πληρωνόσαστε... γι’ αυτό. Το εβρ. έχει κατά λέξη: «κοιτάτε το χέρι».9 Πήγατε στο Μολόχ με λάδι, και αφειδώλευτα σκορπίσατε τα αρώματα. Στείλατε απεσταλμένους σας μακριά και κατεβήκατε ως τον άδη. 10 Απτις πολλές οδοιπορίες σας κουραστήκατε, μα δεν αναγνωρίσατε πως ήταν μάταιες. Βρήκατε νέες δυνάμεις και δεν αποκάματε.

11 »Μπροστά σε ποιον δειλιάσατε, ποιον φοβηθήκατε για να με απαρνηθείτε; Επειδή εγώ τόσον καιρό έμεινα σιωπηλός, γιαυτό και πάψατε να με φοβάστε· δεν είνέτσι; 12 Μα εγώ τις πράξεις σας θα φανερώσω που εσείς τις θεωρείτε δίκαιες· όλες αυτές δεν πρόκειται καθόλου να σας ωφελήσουν. 13 Όταν βοήθεια θα φωνάζετε, ας έρθουν τότε να σας σώσουν τα πολλά είδωλά σας· ο άνεμος όλα θα τα πάρει, ένα φύσημα θα τα διώξει μακριά.

»Εκείνοι όμως που εμπιστεύονται εμένα, θα πάρουν ιδιοκτησία τους τη χώρα και στο άγιο μου θα με λατρεύουν το βουνό».

Βοήθεια και θεραπεία από το Θεό

14 Ο Κύριος λέει: «Ανοίξτε, ανοίξτε δρόμο, στρώστε τον κι ετοιμάστε τον, πάρτε μακριά τα εμπόδια από το δρόμο του λαού μου!» 15 Ο ύψιστος, ο υπέρτατος, αυτός που υπάρχει αιώνια και που Άγιος είναι τόνομά του, λέει: «Σε τόπο κατοικώ υψηλό και άγιο, μα βρίσκομαι μαζί και με τους συντριμμένους και με τους ταπεινούς, ζωή να ξαναδώσω στων ταπεινών το πνεύμα, ζωή να ξαναδώσω στων συντριμμένων την καρδιά. 16 Δε θα χω πάντα ναπαγγέλλω κατηγόριες, ούτε για πάντα η οργή μου θα διαρκεί, γιατί αυτοί που εγώ τους δημιούργησα θα χάναν εξαιτίας μου τη ζωή. 17 Για τη δική σας αμαρτία και για την απληστία σας οργίστηκα. Σας χτύπησα, αποστρέφοντας το πρόσωπό μου με οργή, μα εσείς με πείσμα ακολουθήσατε το δρόμο της καρδιάς σας. 18 Είδα τα έργα σας», λέει ο Κύριος, «μα εγώ θα σας γιατρέψω. Το δρόμο θα σας δείξω και θα σας παρηγορήσω, εσάς και τους δικούς σας που πενθούν. 19 Εγώ βάζω στο στόμα σας κραυγή χαράς. Ειρήνη, ειρήνη σόσους βρίσκονται μακριά και σόσους βρίσκονται κοντά! Εγώ θα τους γιατρέψω. Εγώ, ο Κύριος, το λέω.

20 »Αλλά οι ασεβείς μοιάζουν με ταραγμένη θάλασσα, που δεν μπορεί να ησυχάσει· κύματα λάσπης ξεσηκώνουνε και βούρκο. 21 Δεν έχουν μερτικό στην ευτυχία και στην ειρήνη οι ασεβείς», λέει ο Θεός μου.

1 Il giusto muore ma nessuno vi bada; gli uomini buoni sono tolti via, e nessuno considera che il giusto è tolto via per sottrarlo ai mali che sopraggiungono. 2 Egli entra nella pace; quelli che hanno camminato per la retta via riposano sui loro letti.

3 "Ma voi, avvicinatevi qua, o figli della incantatrice, progenie dell’adultero e della prostituta! 4 Alle spalle di chi vi divertite? Verso chi spalancate la bocca e cacciate fuori la lingua? Non siete voi figli della ribellione, discendenza della menzogna, 5 voi che vi infiammate fra i terebinti sotto ogni albero verdeggiante, che sgozzate i figli nelle valli sotto i crepacci delle rocce? 6 La tua parte è fra le pietre lisce del torrente; quelle, quelle sono la sorte che ti è toccata; a quelle tu hai fatto libazioni e hai presentato oblazioni. Posso io tollerare in pace queste cose? 7 Tu poni il tuo letto sopra un monte alto, elevato, e anche sali a offrire sacrifici. 8 Hai messo il tuo memoriale dietro le porte e dietro gli stipiti; poiché, lontano da me, tu scopri il tuo letto, vi monti, lo allarghi e stabilisci il patto con loro; tu ami il loro letto e in esso ti scegli un posto. 9 Tu vai dal re con dell’olio e gli porti dei profumi in gran quantità, mandi lontano i tuoi ambasciatori e ti abbassi fino al soggiorno dei morti. 10 Per il tuo lungo cammino ti stanchi, ma non dici: È inutile!. Tu trovi ancora del vigore nella tua mano, perciò non ti senti esausta. 11 Chi temi dunque? Di chi hai paura per rinnegarmi così, per non ricordarti più di me, per non dartene pensiero? Non me ne sono io rimasto da lungo tempo in silenzio? Per questo tu non mi temi più. 12 Io proclamerò la tua rettitudine e le tue opere, che non ti gioveranno nulla. 13 Quando tu griderai, venga a salvarti la folla dei tuoi idoli! Il vento li porterà via tutti, un soffio li toglierà di mezzo; ma chi si rifugia in me possederà il paese ed erediterà il mio monte santo".

14 E si dirà: "Aggiustate, aggiustate, preparate la via, togliete gli ostacoli dalla via del mio popolo!". 15 Poiché così parla colui che è l’Alto, l’Eccelso, che abita l’eternità, e che ha nome il Santo: "Io abito nel luogo alto e santo, ma sono con colui che è oppresso e umile di spirito, per ravvivare lo spirito degli umili, per ravvivare il cuore degli oppressi. 16 Poiché io non voglio contendere per sempre serbare l’ira in eterno, affinché gli spiriti, le anime che io ho fatto, non vengano meno davanti a me. 17 Per l’iniquità della sua avidità io mi sono adirato e l’ho colpito; mi sono nascosto, mi sono indignato; ma egli, ribelle, ha seguìto la via del suo cuore. 18 Io ho visto le sue vie e lo guarirò; lo guiderò e ridarò le mie consolazioni a lui e a quelli dei suoi che sono afflitti. 19 Io creo la lode che esce dalle labbra. Pace, pace a colui che è lontano e a colui che è vicino!" dice l’Eterno, "io lo guarirò". 20 Ma gli empi sono come il mare agitato, quando non si può calmare e le sue acque cacciano fuori fango e pantano. 21 "Non c’è pace per gli empi", dice il mio Dio.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-