Publicidade

Isaías 51

IRB20
Παρηγορητικοί λόγοι προς τη Σιών

1 Ακούστε με εσείς, που τη σωτηρία ποθείτε και που τον Κύριο αναζητάτε! Σκεφτείτε από ποιο βράχο έχετε κοπεί, από ποιο λατομείο έχετε προέλθει. 2 Κοιτάξτε τον προπάτορά σας τον Αβραάμ, κι εκείνην που σας γέννησε, τη Σάρρα. Ο Αβραάμ όταν τον κάλεσα ήταν άτεκνος, μα τον ευλόγησα και του έδωσα πολλούς απογόνους.

3 Έτσι ο Κύριος τη Σιών θα σπλαχνιστεί, όλα τα ερείπιά της θα τανορθώσει· την έρημό της θα την κάνει σαν την Εδέμ, σαν του Κυρίου παράδεισο τη στέπα της. Χαρά και αγαλλίαση θα είναι εκεί, δοξολογία και τραγούδια ευχαριστίας.

4 «Ακούστε με λαοί», λέει ο Κύριος, «έθνη προσέξτε με· εγώ θα δώσω νόμο κι η κρίση μου θα γίνει φως των εθνών. 5 Είναι κοντά η σωτηρία που φέρνω, η λύτρωση όπου να ναι θα φανεί. Με τη δύναμή μου θα κάνω να βασιλέψει το δίκαιο στους λαούς. Σεμένα θα υπολογίζουν οι μακρινές χώρες, στη δύναμή μου θα στηρίζονται. 6 Στους ουρανούς τα μάτια σας σηκώστε, κάτω κοιτάξτε προς τη γη. Οι ουρανοί σαν τον καπνό θα διαλυθούνε, σαν ρούχο θα παλιώσει η γη κι οι κάτοικοί της θα πεθάνουνε σαν έντομα· αλλά η λύτρωση που φέρνω θα ναι παντοτινή, η δικαιοσύνη μου για πάντα θα διαρκεί.

7 »Ακούστε με, εσείς, που την πιστότητα γνωρίζετε, λαέ που έχεις το νόμο μου στην καρδιά σου: Οι προσβολές μη σας φοβίζουν των ανθρώπων, ούτε να σας ταράζουν οι ειρωνείες τους. 8 Σαν ρούχο θα τους φάει το σκουλήκι, ο σκόρος θα τους φάει σαν το μαλλί· αλλά η σωτηρία που φέρνω θα ναι παντοτινή και η λύτρωση θα διαρκεί αιώνια».

Ο Κύριος αποκρίνεται στα παράπονα του λαού του

9 «Σήκω, σήκω Κύριε!» φωνάζετε, «φανέρωσε τη δύναμή σου! Σήκω όπως σαλλοτινούς καιρούς, στις γενιές τις παλιές. Εσύ δεν ήσουν που κομμάτια έκανες τη Ραάβ, που διαπέρασες μακόντιο το δράκοντα; 10 Εσύ δεν ήσουνα που ξέρανες τη θάλασσα, τα νερά της γιγάντιας αβύσσου, που δρόμο έκανες της θάλασσας τα βάθη, λεύτεροι να περάσουμε;»

11 «Ναι, οι λυτρωμένοι μου θα επιστρέψουν», λέει ο Κύριος, «και θα ρθούν στη Σιών με αλαλαγμούς. Η αγαλλίαση θα στεφανώνει το κεφάλι τους, και θα ναι αιώνια ευτυχισμένοι. Λύπη και στεναγμός για πάντα θα χαθούν. 12 Εγώ, μόνο εγώ, ο Κύριος, είμαι ο παρηγορητής σας! Τι τρέχει και φοβόσαστε από θνητούς ανθρώπους, που σαν το χόρτο θα αφανιστούν; 13 Με λησμονήσατε εμένα, τον πλάστη σας, που άπλωσα τους ουρανούς και που τη γη θεμέλιωσα. Κι εσείς τρέμετε αδιάκοπα μπρος στη μανία του καταπιεστή, σαν αυτός να μπορούσε να σας καταστρέψει; Μα πού είναι τώρα η μανία του καταπιεστή; 14 Γρήγορα θα ελευθερωθούν οι αιχμάλωτοι, θα ζήσουνε πολύχρονοι και δε θα τους λείψει το ψωμί. 15 Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σας, που ταράζω τη θάλασσα και κάνω να βροντούν τα κύματά της. "Κύριος του σύμπαντος" είναι το όνομά μου. 16 Εγώ στεριώνω τους ουρανούς και τη γη θεμελιώνω. Λέω στη Σιών, "εσύ είσαι ο λαός μου. Σας έδωσα τη διδαχή μου, σας προστατεύω με το χέρι μου"».

17 Ξύπνα, Ιερουσαλήμ! Ξύπνα και σήκω πάνω, εσύ που απτο χέρι του Κυρίου την κούπα ήπιες της οργής του, κι άδειασες το ποτήρι που σε ζάλισε, ως τη σταγόνα τη στερνή. 18 Από τους γιους όλους που γέννησες, δε βρέθηκε ουτένας να σε οδηγήσει· από τους γιους όλους που ανάθρεψες, δε βρέθηκε ούτένας να σε κρατήσει απτο χέρι. 19 Δύο ζευγαρωτά δεινά σε χτύπησαν ποιος αλήθεια θα σε συμπονέσει; Ερήμωση και καταστροφή, πείνα και πόλεμος ποιος θα σου δώσει παρηγοριά;ποιος θα σου δώσει παρηγοριά; σύμφωνα με το χειρ. του Κουμράν και διάφορες αρχαίες μεταφράσεις. Το παραδοσιακό εβρ. έχει «ποιος είμ’ εγώ για να σε παρηγορήσω;»20 Οι γιοι σου έχουν καταρρεύσει, κάτω από του Κυρίου το θυμό, από την απειλή του Θεού σου. Κείτονται σόλων των δρόμων τις γωνιές, σαν αντιλόπη που στο δίχτυ πιάστηκε.

21 Γιαυτό, άκουσε τούτο, δύστυχη, που είσαι μεθυσμένη, μα όχι από κρασί. 22 Λέει ο Κύριός σου, ο Κύριος και Θεός σου, που το λαό του υπερασπίζεται: «Τώρα το ποτήρι που σε ζάλισε, το ποτήρι της οργής μου, το παίρνω από τα χέρια σου· δε θα πιεις άλλο απαυτό. 23 Στα χέρια θα το βάλω των βασανιστών σου, που σου είπαν: "σκύψε για να περάσουμε". Και τότε εσύ χαμήλωσες τη ράχη σου, ένα με τη γη, δρόμο την έκανες για να διαβούνε από πάνω σου».

La liberazione e il ritorno d’Israele

1 "Ascoltatemi, voi che perseguite la giustizia, che cercate l’Eterno! Considerate la roccia da cui foste tagliati e la buca della cava da cui foste cavati. 2 Considerate Abraamo vostro padre, e Sara che vi partorì; poiché io lo chiamai, quando egli era solo, lo benedissi e lo moltiplicai. 3 Così l’Eterno sta per consolare Sion, consolerà tutte le sue rovine; renderà il suo deserto pari a un Eden, e la sua solitudine pari a un giardino dell’Eterno. Gioia e allegrezza si troveranno in mezzo a lei, inni di lode e melodia di canti.

4 Prestami attenzione, o popolo mio! Porgimi orecchio, mia nazione! Poiché la legge procederà da me e io porrò il mio diritto come luce dei popoli. 5 La mia giustizia è vicina, la mia salvezza sta per apparire, le mie braccia giudicheranno i popoli; le isole spereranno in me e confideranno nel mio braccio. 6 Alzate i vostri occhi al cielo e abbassateli sulla terra! Poiché i cieli si dilegueranno come fumo, la terra invecchierà come un vestito, anche i suoi abitanti moriranno; ma la mia salvezza durerà in eterno e la mia giustizia non verrà mai meno.

7 Ascoltatemi, voi che conoscete la giustizia, popolo che hai nel cuore la mia legge! Non temete gli insulti degli uomini, siate intimoriti per i loro oltraggi. 8 Poiché la tignola li divorerà come un vestito e la tarma li roderà come la lana; ma la mia giustizia rimarrà in eterno e la mia salvezza per ogni generazione".

9 Risvègliati, risvègliati, rivèstiti di forza, braccio dell’Eterno! Risvègliati come nei giorni di una volta, come nelle antiche età! Non sei tu che facesti a pezzi Raab, che trafiggesti il dragone? 10 Non sei tu che prosciugasti il mare, le acque del grande abisso, che facesti delle profondità del mare una via per il passaggio dei redenti? 11 I riscattati dall’Eterno torneranno, verranno con canti di gioia a Sion, una gioia eterna coronerà il loro capo; otterranno felicità e gioia, il dolore e il gemito fuggiranno.

12 "Io, io sono colui che vi consola. Chi sei tu che temi l’uomo che deve morire, e il figlio dell’uomo che passerà come l’erba, 13 che tu dimentichi l’Eterno, che ti ha fatto, che ha disteso i cieli e fondato la terra? che tu tremi continuamente, tutto il giorno, davanti al furore dell’oppressore, quando si prepara a distruggere? E dov’è dunque il furore dell’oppressore? 14 Colui che è curvo nei ceppi sarà presto liberato; non morirà nella fossa, e non gli mancherà il pane. 15 Poiché io sono l’Eterno, il tuo Dio, che solleva il mare e ne fa muggire le onde; il cui nome è: l’Eterno degli eserciti. 16 Io ho messo le mie parole nella tua bocca, ti ho coperto con l’ombra della mia mano per spiegare dei cieli e fondare una terra, e per dire a Sion: Tu sei il mio popolo".

17 Risvègliati, risvègliati, alzati o Gerusalemme, tu che hai bevuto dalla mano dell’Eterno la coppa del suo furore, che hai bevuto il calice, la coppa di stordimento, e l’hai succhiata fino in fondo! 18 Fra tutti i figli che ha partorito non c’è nessuno che la guidi; fra tutti i figli che ha allevato non c’è nessuno che la prenda per mano. 19 Queste due cose ti sono avvenute; chi ti compiangerà? desolazione e rovina, fame e spada; chi ti consolerà? 20 I tuoi figli venivano meno, giacevano a tutti i capi delle strade, come un’antilope nella rete, prostrati dal furore dell’Eterno, dalle minacce del tuo Dio. 21 Perciò, ascolta ora questo, o infelice e ubriaca, ma non di vino! 22 Così parla il tuo Signore, l’Eterno, il tuo Dio, che difende la causa del suo popolo: "Ecco, io ti tolgo di mano la coppa di stordimento, il calice, la coppa del mio furore; tu non la berrai più! 23 Io la metterò in mano dei tuoi persecutori, che dicevano alla tua anima: Chinati, che ti passiamo addosso!e tu facevi del tuo dorso un suolo, una strada per i passanti!".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-