1 Ο Κύριος μου είπε: «Πάρε μια πλάκα μεγάλη και γράψε πάνω της με ευανάγνωστη γραφή: Μαχέρ-σαλάλ-χας-βαζ (ταχεία λαφυραγώγηση - βιαστική αρπαγή)». 2 Την έδειξα σε δύο αξιόπιστους μάρτυρες, στον ιερέα Ουρία και στο Ζαχαρία, γιο του Ιεβερεχία. 3 Έπειτα συνευρέθηκα με τη γυναίκα μου την προφήτισσα, κι αυτή έμεινε έγκυος και γέννησε γιο. Τότε ο Κύριος μου είπε: «Ονόμασέ τον "Μαχέρ-σαλάλ-χας-βαζ". 4 Γιατί πριν μάθει ακόμα το παιδί να λέει "πατέρα" και "μητέρα", της Δαμασκού τα πλούτη και της Σαμάρειας τα λάφυρα θα τα φέρουν στο βασιλιά της Ασσυρίας».
5 Ο Κύριος συνέχισε να μου μιλάει: 6 «Επειδή ο λαός αυτός περιφρονεί τα νερά του Σιλωάμ, που ρέουν ήρεμα,Ο αγωγός του Σιλωάμ μετέφερε στην Ιερουσαλήμ το νερό της πηγής Γιχών. Έτσι η πόλη είχε πάντα νερό, ακόμα και σε καιρό πολιορκίας. και τρομάζει μπροστά στο Ρεσίν και στο γιο του Ρεμαλία. 7 θα προκαλέσω ν’ ανέβουν ίσαμε πάνω τους τα ορμητικά, άφθονα νερά του ποταμού Ευφράτη, δηλαδή ο βασιλιάς της Ασσυρίας με όλο το στρατό του. Θ’ ανέβει πάνω απ’ όλες του τις διώρυγες, κι απ’ όλες του τις όχθες θα πλημμυρίσει. 8 Και θα εισχωρήσει στου Ιούδα τη χώρα, θα ξεχειλίσει, θα πλημμυρίσει και θα τους φτάσει ως το λαιμό».
Ο Θεός είναι μαζί μας. Θ’ απλώσει τα φτερά του για να σκεπάσει όλη τη χώρα. 9 Λαοί, όσο κι αν συνασπίζεστε, θα συντριβείτε! Ακούστε όλοι εσείς που κατοικείτε στα πέρατα της γης! Εξοπλιστείτε όσο θέλετε, αλλά στο τέλος σάς προσμένει ο τρόμος! Εξοπλιστείτε όσο θέλετε· κι όμως θα συντριβείτε! 10 Κάντε σχέδια, θα εκμηδενιστούν! Πάρτε αποφάσεις, θα ’ναι ανώφελες! Γιατί ο Θεός είναι μαζί μας.
11 Όταν ο Κύριος με πήρε με το χέρι του να με προτρέψει ώστε να μην ακολουθήσω το παράδειγμα αυτού του λαού, μου είπε: 12 «Μην ονομάζετε κι εσείς συνωμοσία καθετί που ο λαός αυτός το λέει συνωμοσία· κι ό,τι αυτός φοβάται, μην το φοβάστε κι εσείς και μην τρομάζετε. 13 Εμένα, τον Κύριο του σύμπαντος, εμένα να θεωρείτε άγιον· εμένα να φοβάστε κι εμένα να τρέμετε. 14 Εγώ θα γίνω ο τόπος όπου θα αγιάζονται αλλά και η πέτρα όπου θα σκοντάψουν, κι ο βράχος πάνω στον οποίο θα πέσουν τα δύο βασίλεια του Ισραήλ· θα γίνω ενέδρα και παγίδα για τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. 15 Πολλοί θα σκοντάψουν, θα πέσουν και θα συντριφθούν, θα παγιδευτούν και θα συλληφθούν».
16 Θα φυλάξω τη μαρτυρία, θα εμπιστευθώ τη διδασκαλία στους μαθητές μου. 17 Ο Κύριος τώρα κρύβεται από τους απογόνους του Ιακώβ· εγώ όμως θα τον περιμένω. 18 Να ’μαι, εγώ και τα παιδιά που μου ’δωσε ο Θεός, είμαστε σύμβολα και σημεία για τον Ισραήλ εκ μέρους του Κυρίου του σύμπαντος, που κατοικεί στο όρος Σιών.
19 Θα σας πούνε: «Συμβουλευτείτε τα πνεύματα των νεκρών και τους μάντεις που ψιθυρίζουν και μουρμουρίζουν. Δεν πρέπει ένας λαός να συμβουλεύεται τους θεούς του; Να ρωτάει τους νεκρούς για τους ζωντανούς;» 20 Η μόνη απάντηση είναι: Κρατήστε τη διδασκαλία του Κυρίου και τη διδαχή του. Όποιος δεν ακολουθεί αυτή την προσταγή, γι’ αυτόν δεν υπάρχει ελπίδα.
21 Οι άνθρωποι περιφέρονται στη χώρα βασανισμένοι και πεινασμένοι· λιμοκτονούν, αγανακτούν και καταριούνται το βασιλιά και το Θεό τους. Στρέφονται προς τον ουρανό, 22 μετά κοιτάνε προς τη γη, αλλά κι εκεί βλέπουν μονάχα θλίψη και σκοτεινιά, σκληρή καταπίεση και νύχτα δίχως μια στάλα φως. 23 Και να ξεφύγουν απ’ αυτήν δεν θα μπορούν.Το εβραϊκό είναι ασαφές.
Στο παρελθόν ο Κύριος περιφρόνησε την περιοχή του Ζαβουλών κι αυτήν του Νεφθαλί· στο μέλλον όμως θα δοξάσει αυτές τις περιοχές, που βρίσκονται προς το δρόμο της θάλασσας, καθώς και τη χώρα ανατολικά του Ιορδάνη, στην περιοχή των εθνών.
1 L’Eterno mi disse: "Prenditi una tavoletta grande e scrivici sopra con caratteri leggibili: ‘Affrettate il saccheggio! Presto, al bottino!’". 2 E presi con me per testimoniare, dei testimoni fidati: il sacerdote Uria e Zaccaria, figlio di Ieberechia. 3 Mi unii pure alla profetessa, lei concepì e partorì un figlio. Allora l’Eterno mi disse: "Chiamalo ‘Maer-Salal-As-Baz’; 4 poiché prima che il bambino sappia dire papà e mamma, le ricchezze di Damasco e il bottino di Samaria saranno portati davanti al re di Assiria". 5 E l’Eterno mi parlò ancora e mi disse: 6 "Siccome questo popolo ha disprezzato le acque di Siloe che scorrono lentamente e si rallegra a causa di Resin e del figlio di Remalia, 7 ecco, il Signore sta per far salire su di loro le potenti e grandi acque del fiume, cioè il re di Assiria e tutta la sua gloria; esso si innalzerà dappertutto sopra il suo livello, e strariperà su tutte le sue sponde. 8 Passerà sopra Giuda, inonderà, e passerà oltre; arriverà fino al collo, e le sue ali spiegate copriranno tutta la larghezza del tuo paese, o Emmanuele!".
9 Mandate pure grida di guerra, o popoli; sarete frantumati! prestate orecchio, o voi tutti paesi lontani! Preparatevi pure alla lotta; sarete frantumati! 10 Fate pure dei piani, e saranno sventati! Dite pure la parola, e rimarrà senza effetto, perché Dio è con noi!
11 Poiché così mi ha parlato l’Eterno, quando la sua mano mi ha afferrato, ed egli mi ha avvertito di non camminare per la via di questo popolo, dicendo: 12 "Non chiamate congiura tutto ciò che questo popolo chiama congiura; non temete ciò che esso teme e non vi spaventate! 13 L’Eterno degli eserciti, lui solo santificate! Sia lui quello di cui avete timore e paura! 14 Egli sarà un santuario, ma anche una pietra di intoppo, un sasso di inciampo per le due case d’Israele, un laccio e una rete per gli abitanti di Gerusalemme. 15 Molti tra loro inciamperanno, cadranno, saranno infranti, rimarranno nel laccio, e saranno presi.
16 Chiudi questa testimonianza, sigilla questa legge fra i miei discepoli".
17 Io aspetto l’Eterno che nasconde il suo volto alla casa di Giacobbe; in lui ripongo la mia speranza. 18 Ecco me e i figli che l’Eterno mi ha dato; noi siamo dei segni e dei presagi in Israele da parte dell’Eterno degli eserciti, che abita sul monte di Sion. 19 Se vi si dice: "Consultate quelli che evocano gli spiriti e gli indovini, quelli che sussurrano e bisbigliano", rispondete: "Un popolo non deve forse consultare il suo Dio? Si rivolgerà forse ai morti in favore dei vivi? 20 Alla legge! alla testimonianza!". Se il popolo non parla così, non vi sarà per lui nessuna aurora! 21 Si aggirerà per il paese, affranto, affamato; quando avrà fame, si irriterà, maledirà il suo re e il suo Dio. Volgerà lo sguardo in alto, 22 lo volgerà verso la terra, ed ecco, non vedrà che distretta, tenebre, oscurità piena di angoscia, e sarà sospinto in fitte tenebre.
23 Ma le tenebre non dureranno sempre sulla terra che ora è nell’angoscia. Come nei tempi passati Dio coprì di obbrobrio il paese di Zabulon e il paese di Neftali, così nei tempi futuri coprirà di gloria la terra vicina al mare, di là dal Giordano, la Galilea dei Gentili.