Ο Βιλδάδ περιγράφει την τύχη του ασεβή
1 Μετά μίλησε ο Βιλδάδ, ο Σουχίτης.
2 Ως πότε εσείς δε θα μιλάτε;
Σκεφτείτε, ώστε να μιλήσουμε κι εμείς μετά.
3 Γιατί ο Ιώβ σαν ζώα να μας βλέπει;
Μήπως κι εσείς θαρρείτε
πως είμαστε ανόητοι;
4 Εσύ, Ιώβ, τον εαυτό σου μόνο
βλάφτεις με τη μανία σου.
Θέλεις ν’ αποδειχτεί το δίκιο σου
ακόμα κι όλη αν χρειαστεί να ερημωθεί η γη,
να μετατοπιστούν οι βράχοι.
5 Είναι αλήθεια πως το φως σβήνει του ασεβή
κι η φλόγα πια δε λάμπει στο παραγώνι του.
6 Η φλόγα της ζωής του λιγοστεύει στο λυχνάρι
κάτω απ’ τη στέγη του,
όμοια τελειώνει κι η ευτυχία του.
7 Η άλλοτε σίγουρη περπατησιά του ταλαντεύεται,
πάνω στα ίδια του τα σχέδια ο ασεβής σκοντάφτει.
8 Τα πόδια του τον φέρνουν μες σε δίχτυα,
κι ίσια πηγαίνει μες στα βρόχια να πιαστεί.
9 Το δόκανο απ’ τη φτέρνα τον αρπάζει
και τον κρατάει σφιχτά η θηλιά τον ασεβή.
10 Στη γη κρυμμένο είν’ το σκοινί
που θα τον πιάσει
και στο στρατί του μια παγίδα τον καρτερεί.
11 Ολόγυρά του φόβοι τον τρομάζουν
και καταπόδι τον κυνηγούν.
12 Αυτός, που ήταν δυνατός,
τώρα είναι πεινασμένος·
πλάι του στέκει η αθλιότητα.
13 Η αρρώστια φτάνει, του θανάτου η θυγατέρα,
απάνω σ’ όλο θ’ απλωθεί το σώμα του ασεβή
και θα του καταφάει το δέρμα και τα μέλη.
14 Απ’ του σπιτιού του θα διωχτεί τη σιγουριά
για να τον φέρουνε σ’ αυτόν
που κυβερνά τον κόσμο του θανάτου.
15 Άλλοι τώρα θα κατοικούν στο σπίτι του ασεβή,
που δεν του ανήκει πια·
θειάφιΟ διασκορπισμός του θειαφιού υποδηλώνει την κάθαρση της χώρας ή την κατάρα. θα σκορπιστεί
πάνω στην κατοικία του.
16 Κάτω οι ρίζες του ξεραίνονται,
πάνω πεθαίνουν τα κλαριά του.
17 Η θύμησή του χάνεται απ’ τη χώρα,
το όνομά του δεν ακούγεται
καθόλου στην περιοχή.
18 Τον σπρώχνουν απ’ το φως μες στο σκοτάδι
κι από την οικουμένη έξω
τον διώχνουνε τον ασεβή.
19 Συγγένεια δεν θα ’χει μέσα στο λαό του,
ούτε κανείς θα του έχει μείνει απόγονος
στα μέρη που κατοίκησε.
20 Θα εκπλαγούν και θα τρομάξουν για τη μοίρα του
από τη δύση ως την ανατολή.
21 Αυτή ’ναι η μοίρα των ανόμων.
Η ίδια και για τον καθένα
που η αδικία τον τραβά
και που Θεό δε λογαριάζει.
Bildade
1 Então, Bildade, de Suá, respondeu:
2 "Quando você vai parar de falar?
Proceda com sensatez, e depois poderemos conversar.
3 Por que somos tidos por animais
e considerados ignorantes aos seus olhos?
4 Ah, você, que se dilacera de ira!
Deve-se abandonar a terra por sua causa?
Ou devem as rochas mudar de lugar?
5 "A lâmpada do ímpio se apaga,
e a chama do seu fogo se extingue.
6 Na sua tenda, a luz se escurece;
a lâmpada da sua vida se apaga.
7 O vigor dos seus passos se enfraquece,
e os seus próprios planos o lançam por terra.
8 Por seus próprios pés você se prende na rede
e se perde na sua malha.
9 A armadilha o pega pelo calcanhar;
o laço o prende firme.
10 O nó corredio está escondido na terra para pegá-lo;
há uma armadilha no seu caminho.
11 Terrores de todos os lados o assustam
e o perseguem em todos os seus passos.
12 A calamidade tem fome de alcançá-lo;
a desgraça está à espera da sua queda
13 e consome partes da sua pele;
o primogênito da morte devora os membros do seu corpo.
14 Ele é arrancado da segurança da sua tenda,
e o levam à força ao rei dos terrores.
15 O fogo mora na tenda dele;18.15 Ou Nada do que ele possui permanece.
espalham enxofre ardente sobre a sua habitação.
16 As suas raízes secam-se embaixo,
e os seus ramos murcham em cima.
17 A sua memória desaparece da terra,
e já não se ouve o seu nome nas ruas.
18 É lançado da luz para as trevas;
é banido do mundo.
19 Não tem filhos nem descendentes em meio ao seu povo,
nem lhe restou sobrevivente algum
nos lugares onde antes vivia.
20 Os homens do ocidente assustam-se com a sua ruína,
e os do oriente enchem-se de pavor.
21 É assim a habitação do perverso;
esta é a situação de quem não conhece a Deus".