Ο Ιερεμίας ρωτάει τον Κύριο
1 Κύριε, εσύ είσαι δίκαιος. Πώς μπορώ να διαμαρτυρηθώ εναντίον σου; Όμως θέλω να σε ρωτήσω κάτι σχετικά με τη δικαιοσύνη: Γιατί ευτυχούν οι ασεβείς; Γιατί είναι ασφαλείς όλοι οι άπιστοι; 2 Τους φύτεψες και ρίζωσαν, αυξήθηκαν και καρποφόρησαν. Το όνομά σου είναι πάντοτε στα χείλη τους, αλλά η καρδιά τους είναι μακριά από σένα. 3 Εσύ, Κύριε, με γνωρίζεις και βλέπεις τα όσα κάνω· με δοκίμασες αν είμαι δικός σου. Σύρε τους σαν τα πρόβατα για τη σφαγή κι ετοίμασέ τους για τη μέρα της σφαγής τους.
4 Ως πότε θα παραμένει άνυδρη η χώρα και θα ξεραίνεται το χορτάρι στα χωράφια; Για την κακία των κατοίκων της καταστράφηκαν τα ζώα και τα πουλιά στη χώρα, γιατί αυτοί οι άνθρωποι σκέφτηκαν ότι ο Θεός δεν μπορεί να δει το μέλλον τους.
5 Ο Κύριος λέει: «Αν κουράζεσαι όταν παραβγαίνεις με τους πεζούς, πως θα μπορέσεις να παραβγείς με τ’ άλογα; Αν μόνο στην πεδιάδα νιώθεις βολικά, τι θα κάνεις στη λόχμη του Ιορδάνη;
6 »Ακόμη και τ’ αδέρφια σου κι οι συγγενείς σου σε εγκατέλειψαν, και εναντίον σου συνωμοτούν. Μην τους πιστέψεις, ακόμη κι αν με καλοσύνη σου μιλούν».
Ο Θεός εγκαταλείπει το λαό του
7 Ο Κύριος είπε: «Εγκατέλειψα τον Ισραήλ· απέρριψα τον ίδιο μου το λαό· παρέδωσα την αγαπημένη μου πόλη στην εξουσία των εχθρών της. 8 Ο λαός μου βρυχήθηκε εναντίον μου σαν το λιοντάρι μες στο δάσος· γι’ αυτό μού έγινε αντιπαθής.
9 »Έγινε ο λαός μου σαν ένα ποικιλόχρωμο πουλί, που το κυκλώνουνε τ’ αρπαχτικά τα όρνια. Εμπρός! Φωνάξτε νά ’ρθουν όλα τα άγρια θηρία· για το συμπόσιο να συγκεντρωθούνε. 10 Πολλοί ξένοι βοσκοί κατέστρεψαν το αμπέλι μου, ποδοπατήσαν τα χωράφια μου, μετέτρεψαν σε απαίσια έρημο τους θαυμαστούς αγρούς μου. 11 Η χώρα απλώνεται μπροστά μου ερημωμένη και αξιολύπητη. Όλη η χώρα ερημώθηκε, γιατί κανείς δε νοιάστηκε για τις προειδοποιήσεις μου.
12 »Πάνω σε κάθε λόφο της ερήμου φάνηκαν λεηλατητές, γιατί το ξίφος του Κυρίου θερίζει από τη μια άκρη της χώρας ως την άλλη· κανείς δεν πρόκειται να γλιτώσει. 13 Σιτάρι έσπειραν μα θέρισαν αγκάθια· κουράστηκαν μα τίποτα δεν απόλαυσαν. Η σοδειά τους τούς απογοήτευσε. Ο θυμός ο φοβερός του Κυρίου όλα τα αφάνισε».Οι στ 12:7-13 φαίνεται ότι αναφέρονται στα γεγονότα του Β΄ Βασ 24:2-4.
Ο Ιούδας και οι γειτονικοί λαοί
14 Ο Κύριος λέει: «Όλους τους κακούς γείτονες του λαού μου, του Ισραήλ, που απλώνουν χέρι στη χώρα που του έχω δώσει, θα τους ξεριζώσω από τη γη τους· αλλά θα ξεριζώσω απ’ ανάμεσά τους και όσους ανήκουν στον Ιούδα. 15 Κι αφού τους ξεριζώσω, πάλι θα τους ελεήσω όλους και θα τους ξαναφέρω καθέναν στη δική του χώρα και στη δική του ιδιοκτησία. 16 Αυτοί δίδαξαν το λαό μου να ορκίζεται στο Βάαλ· αλλά αν μάθουνε καλά την πίστη του λαού μου, και μάλιστα να υπόσχονται με όρκο στο όνομά μου "μα τον αληθινό Θεό", τότε θα επιτρέψω να κατοικούν ανάμεσα στο λαό μου. 17 Αν όμως κάποιο έθνος δεν υπακούσει, θα το ξεριζώσω εντελώς και θα το καταστρέψω. Εγώ το λέω ο Κύριος».
耶利米质疑恶人为何亨通
1 耶和华啊!我跟你争辩的时候,
总是你有理;
然而我还要跟你讨论有关公正的问题。
恶人的道路为甚么亨通?
所有行诡诈的为甚么都得享安逸?
2 你栽种了他们,他们也扎了根,
并且长大,结出果实;
他们的口中有你,
心里却没有你"他们的口中有你,心里却没有你"原文作"你与他们的口很接近,却离他们的心很远"。
3 但耶和华啊!你认识我,了解我,
你察验了我对你的心意。
求你把他们拉出来,好象将宰的羊一般;
求你把他们分别出来,留待宰杀的日子。
4 这地悲哀,
田野的青草都枯干,要等到几时呢?
由于这地居民的恶行,
走兽和飞鸟都灭绝了;
因为他们说:" 神看不见我们的结局。"
5 耶和华说:"如果你与徒步的人同跑,尚且觉得疲倦,
怎能跟马赛跑呢?
你在平安稳妥之地,尚且跌倒,
在约旦河边的丛林怎么办呢?
6 因为连你的兄弟、你的父家,
都以诡诈待你,
连他们也在你后面高声喊叫。
虽然他们对你说好话,
你也不可信他们。"
遍地荒凉
7 "我撇下了我的家,
丢弃了我的产业;
我把我心爱的
交在她仇敌的手中。
8 我的产业对我,
就像树林中的狮子向我咆哮,
因此我恨恶她。
9 我的产业对我,不就像一只带斑点的鸷鸟,
其他的鸷鸟都四围攻击她?
你们去聚集田野各样的走兽,
带牠们来吃吧!
10 许多牧人毁坏了我的葡萄园,
践踏了我的田地;
他们使我美好的田地
变为荒凉的旷野。
11 他们使地荒凉,
在我面前一片荒凉悲哀;
全地荒凉,
却无人关心。"
12 在旷野一切光秃的高冈上,
行毁灭的已经来到了;
因为耶和华的刀。
从地这边直到地那边,要吞灭一切;
人人都没有平安。
13 他们种的是小麦,收的却是荆棘;
虽然筋疲力竭,却一无所获。
因耶和华的烈怒,
他们必为自己的"自己的"原文作"你们的"出产羞愧本句或译:"你们必为你们的农获羞愧"。
警告恶邻
14 耶和华这样说:"至于所有邪恶的邻国,他们侵犯我赐给我子民以色列的产业;看哪!我要把他们从本地拔出来,也要把犹大家从他们中间拔出来。15 但我把他们拔出来以后,我必再怜悯他们,把他们领回来,各自归回自己的产业,自己的故乡。16 如果那些邻近的国家真的学习我子民的道路,指着我的名起誓,说:‘我指着永活的耶和华起誓!’正如他们从前教导我的子民指着巴力起誓一样,他们就必在我的子民中间被建立起来。17 他们如果有不听从的,我就把那国拔出来,把她拔除消灭。"这是耶和华的宣告。