Ο Ιερεμίας εγκαθίσταται στη Μισπά
1 Ο Κύριος μίλησε στον Ιερεμία, μετά που ο αρχηγός της σωματοφυλακής Νεβουζαραδάν τον είχε αφήσει ελεύθερο να φύγει από τη Ραμά.Μετά την απελευθέρωσή του (βλ. κεφ. 39:11-14) ο Ιερεμίας, συμπτωματικά όπως φαίνεται, οδηγήθηκε μαζί με τους άλλους συμπατριώτες του στην αιχμαλωσία.
Ο προφήτης είχε οδηγηθεί εκεί δεμένος με αλυσίδες, μαζί με όλους εκείνους από την Ιερουσαλήμ κι από το βασίλειο του Ιούδα που τους έσερναν αιχμαλώτους στη Βαβυλώνα. 2 Ο αρχηγός της σωματοφυλακής αναγνώρισε τον Ιερεμία και του είπε: «Ο Κύριος, ο Θεός σου, είχε απειλήσει αυτή τη χώρα με αυτές τις συμφορές. 3 Ο Κύριος έκανε όσα προανάγγειλε, επειδή αμαρτήσατε σ’ αυτόν και δεν υπακούσατε στις εντολές του· γι’ αυτό σας βρήκαν όλα αυτά. 4 Τώρα όμως εγώ λύνω τις αλυσίδες που έχεις στα χέρια σου. Αν θέλεις να έρθεις μαζί μου στη Βαβυλώνα, έλα· εγώ θα φροντίσω για σένα. Αν πάλι δεν θέλεις, μείνε· έχεις όλη τη χώρα για να διαλέξεις. Όπου σου φαίνεται καλά και ωραία, μπορείς να πας». 5 Επειδή ο Ιερεμίας δεν απαντούσε αμέσως, ο Νεβουζαραδάν του είπε: «Γύρνα πίσω στο Γεδαλία, γιο του Αχικάμ κι εγγονό του Σαφάν. Ο βασιλιάς της Βαβυλώνας τον έχει τοποθετήσει κυβερνήτη στις πόλεις του βασιλείου του Ιούδα. Μείνε εκεί μαζί του ανάμεσα στο λαό ή πήγαινε όπου αλλού σου φαίνεται καλό».
Ο αρχηγός της σωματοφυλακής τού έδωσε τροφές και δώρα και τον άφησε να φύγει. 6 Ο Ιερεμίας ήρθε στο Γεδαλία, γιο του Αχικάμ, στη Μισπά και έμεινε μαζί του ανάμεσα στο λαό που είχε απομείνει στη χώρα.
Οι κάτοικοι του Ιούδα συγκεντρώνονται γύρω από το Γεδαλία
7,8 Στην ύπαιθρο υπήρχαν ακόμη μερικές ομάδες στρατιωτών, που δεν είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Βαβυλώνιους. Αρχηγοί τους ήταν ο Ισμαήλ, γιος του Νεθανία, ο Ιωχανάν και ο Ιωνάθαν, γιοι του Καρεάχ, ο Σεραΐας, γιος του Τανχουμέθ, οι γιοι του Εφαΐ του Νατωφαθίτη και ο Ιααζανίας, γιος κάποιου Μααχαθίτη. Αυτοί άκουσαν ότι ο βασιλιάς της Βαβυλώνας είχε τοποθετήσει κυβερνήτη στη χώρα το Γεδαλία, γιο του Αχικάμ, και είχε θέσει υπό την διοίκησή του όλους τους φτωχούς της χώρας, άντρες, γυναίκες, και παιδιά, εκείνους που δεν είχαν οδηγηθεί αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα. Τότε ήρθαν στο Γεδαλία, γιο του Αχικάμ κι εγγονό του Σαφάν στη Μισπά. 9 Ο Γεδαλίας τους όρκισε, αυτούς και τους άντρες τους, και τους είπε: «Μη φοβόσαστε να είστε δούλοι των Βαβυλωνίων· κατοικήστε στη χώρα και υπηρετήστε το βασιλιά της Βαβυλώνας και θα σας βγει σε καλό. 10 Εγώ όμως θα μείνω εδώ στη Μισπά και θα σας εκπροσωπήσω στους Βαβυλώνιους που θα έρθουν εδώ σ’ εμάς. Εσείς συγκεντρώστε κρασί, φρούτα, λάδι και βάλτε τα στα αγγεία σας και εγκατασταθείτε στις πόλεις που έχετε επανακτήσει».
11 Στο μεταξύ, πολλοί Ιουδαίοι είχαν καταφύγει στους Μωαβίτες, στους Αμμωνίτες, στους Εδωμίτες και σε άλλες χώρες. Άκουσαν κι αυτοί ότι ο βασιλιάς της Βαβυλώνας επέτρεψε στους υπόλοιπους κατοίκους του Ιούδα να μείνουν, και ότι τοποθέτησε σ’ αυτούς κυβερνήτη το Γεδαλία, γιο του Αχικάμ κι εγγονό του Σαφάν. 12 Γι’ αυτό επέστρεψαν απ’ όλες τις χώρες όπου ήταν διασκορπισμένοι και ήρθαν στο Γεδαλία, στη χώρα του Ιούδα, στη Μισπά. Εκεί συγκέντρωσαν κρασί και φρούτα σε μεγάλες ποσότητες.
Η δολοφονία του Γεδαλία
13 Μια μέρα, ο Ιωχανάν γιος του Καρεάχ και όλοι οι αρχηγοί των στρατευμάτων που ήταν στην ύπαιθρο, ήρθαν στο Γεδαλία στη Μισπά 14 και του είπαν: «Να ξέρεις καλά ότι ο Βααλείς, ο βασιλιάς των Αμμωνιτών, έστειλε τον Ισμαήλ, γιο του Νεθανία, για να σε σκοτώσει». Ο Γεδαλίας όμως δεν τους πίστεψε. 15 Τότε ο Ιωχανάν, γιος του Καρεάχ, είπε κρυφά στο Γεδαλία στη Μισπά: «Άσε με να πάω τώρα να σκοτώσω τον Ισμαήλ, και κανείς δε θα το μάθει. Γιατί να σε σκοτώσει, και όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου του Ιούδα που είναι συγκεντρωμένοι γύρω σου να διασκορπιστούν ξανά, κι όσοι απόμειναν κάτοικοι του βασιλείου του Ιούδα να καταστραφούν;» 16 Αλλά ο Γεδαλίας του απάντησε: «Δε θα κάνεις τίποτα. Κι αυτά που λες για τον Ισμαήλ είναι όλα ψέματα».
护卫长释放耶利米
1 护卫长尼布撒拉旦在拉玛释放了耶利米以后,从耶和华那里有话临到耶利米。耶利米被提出来的时候,还被铁链锁着,在所有从耶路撒冷和犹大被掳到巴比伦去的人中间。2 护卫长把耶利米提出来,对他说:"耶和华你的 神曾说要降这灾祸在这地方;3 现在耶和华使灾祸临到,照他所说的行了;因为你们得罪了耶和华,没有听从他的话,所以这事才临到你们。4 我现在解开你手上的铁链。你若认为与我一同到巴比伦去好,就一起去,我必好好照顾你;你若认为与我一同到巴比伦去不好,就不必去。看,全地都在你面前,你认为去哪里好、哪里合宜,就到哪里去吧!"
耶利米与基大利
5 耶利米还没有回去,护卫长又说:"你可以回到沙番的孙子、亚希甘的儿子基大利那里去!基大利是巴比伦王指派管理犹大各城的。你可以和他一起住在人民中间;或是你认为去哪里合宜,就到哪里去吧!"于是护卫长给他粮食和礼物,就释放他走了。6 耶利米就到米斯巴去见亚希甘的儿子基大利,和他一同住在那地剩下的人民中间。
7 在田野的众将领和他们的士兵,听见巴比伦王委派了亚希甘的儿子基大利管理那地,也委派他管理那些没有被掳到巴比伦去的男人、妇女、孩童,和那地最贫穷的人,8 他们就来到米斯巴去见基大利;其中有尼探雅的儿子以实玛利、加利亚的两个儿子约哈难和约拿单、单户篾的儿子西莱雅、尼陀法人以斐的众子,和玛迦人的儿子耶撒尼亚,以及他们的士兵。9 沙番的孙子、亚希甘的儿子基大利向他们和他们的士兵起誓,说:"你们不要惧怕服事迦勒底人,只管住在这地,服事巴比伦王,就可以平安无事。10 至于我,我要留在米斯巴,侍候那些来到我们这里的迦勒底人。你们只管收存酒、夏天的果子和油,放在器皿里,并且住在你们所占有的城中。"11 那些在摩押、亚扪、以东和各地所有的犹大人,听见了巴比伦王在犹大留下一些余民,并且指派沙番的孙子、亚希甘的儿子基大利管理他们,12 所有的犹大人就从被赶逐到的各地方回来,到犹大地的米斯巴去见基大利,并且收存了许多的酒和夏天的果子。
基大利不信警告
13 加利亚的儿子约哈难和在田野的众将领,都到米斯巴去见基大利,14 对他说:"亚扪王巴利斯派尼探雅的儿子以实玛利来杀你,你知道吗?"亚希甘的儿子基大利不相信他们。15 后来加利亚的儿子约哈难在米斯巴私下告诉基大利说:"请容我去把尼探雅的儿子以实玛利杀了,必没有人知道;为甚么要让他杀你,以致集合到你那里来的所有犹大人都分散,犹大余剩的人都灭亡呢?"16 但亚希甘的儿子基大利对加利亚的儿子约哈难说:"你不可作这事,因为你所说关于以实玛利的事都是谎话!"