1 Ο ιερέας Πασχούρ, γιος του Ιμρί και επόπτης του ναού του Κυρίου, άκουσε τον Ιερεμία να προφητεύει με τα παραπάνω λόγια. 2 Τότε διέταξε να χτυπήσουν τον προφήτη και να τον βάλουν στην ξυλοπέδη, που βρισκόταν στην άνω πύλη του Βενιαμίν, κοντά στο ναό του Κυρίου. 3 Την άλλη μέρα έβγαλε ο Πασχούρ τον Ιερεμία από την ξυλοπέδη και αυτός του είπε: «Ο Κύριος δεν θα σε ονομάζει πια "Πασχούρ" αλλά "Μαγόρ-Μισσαβίβ" (Τρόμος από Παντού).Τρόμος από Παντού. Προφανώς η έκφραση αυτή χρησιμοποιόταν επανειλημμένα στο κήρυγμα του προφήτη (βλ. κεφ. 6:25· 46:5· 49:29), τόσο, που έφτασε ν’ αποκαλούν και τον ίδιο μ’ αυτή τη φράση (κεφ. 20:10).4 Ο Κύριος λέει: "θα προξενήσω σ’ εσένα και σ’ όλους τους φίλους σου τρόμο. Θα θανατωθούν μπροστά στα μάτια σου από τα ξίφη των εχθρών τους. Θα παραδώσω όλους τους κατοίκους του Ιούδα στα χέρια του βασιλιά της Βαβυλώνας και θα τους οδηγήσει αιχμαλώτους στη χώρα του ή θα τους θανατώσει. 5 Θα δώσω όλο τον πλούτο αυτής της πόλης, τις περιουσίες των κατοίκων της, τα πολύτιμα αντικείμενά της κι όλους τους θησαυρούς των βασιλιάδων του Ιούδα στα χέρια των εχθρών τους· αυτοί θα τους λεηλατήσουν και θα τους μεταφέρουν αιχμαλώτους στη Βαβυλώνα. 6 Κι εσύ, Πασχούρ, και όλη η οικογένειά σου θα πάτε στην αιχμαλωσία, στη Βαβυλώνα, κι εκεί θα πεθάνεις και θα ταφείς εσύ και όλοι οι φίλοι σου, στους οποίους προφήτεψες ψέματα"».
Ο Ιερεμίας παραπονιέται στο Θεό
7 Με δελέασες Κύριε, και σου παραδόθηκα. Με άρπαξες με δύναμη και βγήκες νικητής. Εμένα έχουν στόχο πάντα οι χλευασμοί τους. Όλοι με ειρωνεύονται. 8 Κάθε φορά που εξαγγέλλω του Κυρίου το λόγο, θα πρέπει να φωνάζω «βία! αρπαγή!» Γι’ αυτό με κοροϊδεύουν και με περιφρονούν αδιάκοπα. 9 Αλλά όταν λέω μέσα μου: «Ας ξεχάσω τον Κύριο· ας μην ξαναμιλήσω εξ ονόματός του», τότε ο λόγος σου στην καρδιά μου γίνεται φωτιά, που καίει βαθιά στα κόκαλά μου. Απόκαμα να τον συγκρατώ –δεν αντέχω πια. 10 Άκουσα πολλούς να ψιθυρίζουν: «Ο Τρόμος από Παντού.Ο Τρόμος από Παντού. Βλ. υποσ. εις κεφ. 20:3. Πάμε να τον καταγγείλουμε στις αρχές!» Όλοι οι φίλοι μου παραφύλαγαν να βρουν το αδύνατο σημείο μου κι έλεγαν: «Κάτι απερίσκεπτο θα πει· και τότε θα τον παγιδέψουμε και θα τον εκδικηθούμε».
11 Αλλά εσύ, Κύριε, είσαι στο πλευρό μου ωσάν γενναίος πολεμιστής. Για τούτο κι όσοι με καταδιώκουν θ’ αποτύχουν· δε θα μπορέσουν να με νικήσουν. Θα καταντροπιαστούν που απέτυχαν τα σχεδιά τους, κι αυτή η ντροπή τους θα κρατήσει αιώνια· δε θα λησμονηθεί ποτέ. 12 Εσύ, Κύριε του σύμπαντος, που διακρίνεις ποιοι σου είναι πιστοί και γνωρίζεις τις επιθυμίες τους και τις σκέψεις τους, κάνε να δω την εκδίκησή σου που θα ’ρθει πάνω τους, γιατί σ’ εσένα ανέθεσα την υπόθεσή μου. 13 Ψάλτε στον Κύριο! Τον Κύριο δοξολογήστε, γιατί απ’ τα χέρια των κακών ανθρώπων γλίτωσε τον φτωχό.
14 Καταραμένη η μέρα που γεννήθηκα! Ας ήταν να χαθεί η μέρα που η μάνα μου μ’ έφερε στη ζωή. Ας πάψει να ’ναι ευλογημένη. 15 Καταραμένος να ’ναι ο άνθρωπος που έφερε στον πατέρα μου τα συχαρίκια και του είπε: «απόχτησες παιδί και είναι αγόρι!» και του ’δωσε πολλή χαρά. 16 Ας γίνει ο άνθρωπος αυτός καθώς οι πόλεις που ο Κύριος τις κατέστρεψε αμετάκλητα. Ας φτάνουνε στ’ αυτιά του οιμωγές πόνου το πρωί, κραυγές μάχης το μεσημέρι. 17 Γιατί να μην πεθάνω μες στην κοιλιά της μάνας μου; Γιατί δεν έγινε αυτή για μένα τάφος, να με βαστάξει μέσα της παντοτινά; 18 Γιατί να βγω απ’ την κοιλιά της μάνας μου; Να βλέπω λύπες και ταλαιπωρίες και να τελειώσω τη ζωή μου στην ντροπή;
耶利米预言犹大被掳
1 音麦的儿子巴施户珥祭司,就是耶和华殿的总管,他听见了耶利米预言这些事,2 就殴打耶利米先知,把他枷锁在耶和华殿里,朝向便雅悯的上门内。3 次日,巴施户珥把耶利米从枷锁上解下来,耶利米就对他说:"耶和华不再称你的名为巴施户珥,却要称你为玛歌珥.米撒毕"玛歌珥.米撒毕"意即"四围惊慌"。4 因为耶和华这样说:‘看哪!我要使你自己和你所有的朋友都惊惶失措;他们必倒在他们仇敌的刀下,你也必亲眼看见。我要把全犹大交在巴比伦王手中;他要把他们掳到巴比伦去,或用刀击杀他们。5 我要把这城的一切财物、一切劳碌得来的、一切珍宝和犹大列王的一切宝物,都交在他们仇敌的手中;仇敌要把这一切抢劫掠夺,带回巴比伦去。6 巴施户珥啊!你和所有住在你家里的人,都要被掳去;你和你所有的朋友,就是你向他们说假预言的,都要到巴比伦去,死在那里,也葬在那里。’"
因传 神的信息而受苦
7 耶和华啊!你愚弄了我,我受了愚弄;
你比我强大,你胜了我。
我整天成了别人讥笑的对象,
人人都嘲弄我。
8 因为我每次发言,都大声呼叫;
我呼喊,说:"有强暴和毁灭!"
耶和华的话使我整天受人辱骂和讥讽。
9 如果我说:"我不再提起他,
也不再奉他的名说话",
他的话就像火在我心中焚烧,
被困在我的骨里;
我不能再抑制,
实在不能了。
10 我听见许多人耳语:
"玛歌珥.米撒毕!
告发他,我们要告发他!"
我所有的知己朋友都等着看我行差踏错,
他们说:"希望他会上当,我们就可以胜过他,
向他报复。"
11 但耶和华与我同在,像一个威武可畏的勇士,
因此,逼迫我的都必跌倒,不能得胜。
他们必大大蒙羞,因为他们失败了;
这永远的耻辱是人不能忘记的。
12 万军之耶和华啊!你试验义人,
察看人的心肠肺腑;
求你让我看见你在他们身上施行的报复,
因为我已经把我的案件向你陈明了。
13 你们要歌颂耶和华,
赞美耶和华;
因为他救了穷乏人的性命,
脱离恶人的手。
咒诅自己的生日
14 愿我生的那一天受咒诅!
愿我母亲生我的那一天不蒙祝福!
15 那向我父亲报喜信:
"你得了一个男孩",叫我父亲十分高兴的,
愿那人受咒诅!
16 愿那人像耶和华所倾覆而不顾惜的城市,
愿他早晨听见哀号,
午间听见战争的吶喊。
17 因为他没有使我死于母腹,
好使我的母亲成了我的坟墓,
我永远留在母腹中。
18 我为甚么要出母胎,
经历劳苦和忧伤,
并且我的年日都消逝在羞辱之中呢?