Publicidade

2 Samuel 8

KJV
Στρατιωτικές νίκες του Δαβίδ

1 Μετά απαυτά τα γεγονότα ο Δαβίδ νίκησε τους Φιλισταίους, τους υποδούλωσε και εξουδετέρωσε την κυριαρχία τους στη χώρα του Ισραήλ.

2 Επίσης νίκησε τους Μωαβίτες. Ανάγκασε τους αιχμαλώτους να πέσουν καταγής και τους μέτρησε με σχοινί· μετρούσε δύο φορές για κείνους που θα σκότωνε και μία για κείνους που θα άφηνε στη ζωή.Υποχρέωναν τους αιχμαλώτους να ξαπλώσουν στο έδαφος δίπλα δίπλα και τέντωναν από πάνω τους ένα σκοινί. Όσοι περιλαμβάνονταν στις δυό πρώτες «μετρήσεις» αυτού του είδους, τους εκτελούσαν· κι όσοι περιλαμβάνονταν στην τρίτη τούς άφηναν να ζήσουν. Αυτό επαναλαμβανόταν ως το τέλος. Κι έγιναν οι Μωαβίτες φόρου υποτελείς στο Δαβίδ.

3 Ο Δαβίδ ακόμα νίκησε τον Αδαδέζερ, γιο του Ρεχώβ και βασιλιά της Σωβά, όταν ο τελευταίος πήγαινε νανακτήσει το βασίλειό του στον ποταμό Ευφράτη. 4 Ο Δαβίδ αιχμαλώτισε απαυτόν χίλιους εφτακόσιους ιππείς και είκοσι χιλιάδες πεζούς και διέταξε να κόψουν τους τένοντες από τα πόδια των αλόγων όλων των αμαξών. Κράτησε μόνο εκατό άλογα που χρειάζονταν για ισάριθμες άμαξες.

5 Όταν ήρθαν οι Σύριοι από τη Δαμασκό για να βοηθήσουν τον Αδαδέζερ, βασιλιά της Σωβά, ο Δαβίδ σκότωσε απαυτούς είκοσι δύο χιλιάδες άντρες. 6 Διόρισε δικούς του κυβερνήτες στους Συρίους της Δαμασκού κι έγιναν φόρου υποτελείς σαυτόν. Ο Κύριος βοηθούσε το Δαβίδ σε όλες τις εκστρατείες του. 7 Πήρε τις χρυσές ασπίδες που κρατούσαν οι αξιωματικοί του Αδαδέζερ και τις έφερε στην Ιερουσαλήμ. 8 Επίσης από τις πόλεις του Αδαδέζερ Βετάχ και Βηρωθάι πήρε μεγάλες ποσότητες χαλκού.

9,10 Όταν ο Τόχου, βασιλιάς της Χαμάθ, έμαθε ότι ο βασιλιάς Δαβίδ νίκησε κατά κράτος τον Αδαδέζερ, έστειλε σαυτόν το γιο του τον Ιωράμ για να τον χαιρετίσει και να τον συγχαρεί γιαυτή τη νίκη του, γιατί ο Αδαδέζερ ήταν αντίπαλος του Τόχου. Ο Ιωράμ έφερε στο Δαβίδ σκεύη ασημένια, χρυσά και χάλκινα. 11 Αυτά ο βασιλιάς Δαβίδ τα αφιέρωσε στον Κύριο, μαζί με το ασήμι και το χρυσάφι που είχε πάρει από όλα τα άλλα έθνη, τα οποία είχε υποτάξει, 12 από τους Εδωμίτες, τους Μωαβίτες, τους Αμμωνίτες, τους Φιλισταίους, τους Αμαληκίτες, καθώς και τα λάφυρα που πήρε από τον Αδαδέζερ, γιο του Ρεχώβ και βασιλιά της Σωβά. 13 Έτσι ο Δαβίδ απέκτησε μεγάλη δόξα.

Στην επιστροφή του από τη μάχη με τους Συρίους, ο Δαβίδ σκότωσε δεκαοχτώ χιλιάδες Εδωμίτες στην Κοιλάδα του Άλατος.κοιλάδα του Άλατος. Πρόκειται για την έρημο Αραβά, που εκτείνεται βόρεια του κόλπου της Άκαμπα και νότια της Νεκράς Θάλασσας.14 Τοποθέτησε στην Εδώμ στρατιωτικούς διοικητές κι οι Εδωμίτες έγιναν υποτελείς στο Δαβίδ. Ο Κύριος τον βοηθούσε σόλες τις εκστρατείες του.

Οι αξιωματούχοι του Δαβίδ

15 Ο Δαβίδ βασίλεψε σε όλο το λαό του Ισραήλ· δίκαζε κι απέδιδε το δίκαιο σε όλους αμερόληπτα. 16 Ο Ιωάβ, γιος της Σερουΐας ήταν αρχηγός του στρατού και ο Ιωσαφάτ, γιος του Αχιλούδ, ήταν υπομνηματογράφος. 17 Ο Σαδώκ, γιος του Αχιτώβ, και ο Αχιμέλεχ, γιος του Αβιάθαρ, ήταν ιερείς· ο Σεραΐας ήταν γραμματέας του κράτους. 18 Ο Βεναΐας, γιος του Ιεωϊαδά, ήταν αρχηγός των Χερεθαίων και των Φελεθαίων. Οι γιοι του Δαβίδ ήταν κι αυτοί ιερείς.

1 And after this it came to pass, that David smote the Philistines, and subdued them: and David took Metheg-ammah out of the hand of the Philistines.8.1 Metheg-ammah: or, the bridle of Ammah 2 And he smote Moab, and measured them with a line, casting them down to the ground; even with two lines measured he to put to death, and with one full line to keep alive. And so the Moabites became David’s servants, and brought gifts.

3 David smote also Hadadezer, the son of Rehob, king of Zobah, as he went to recover his border at the river Euphrates.8.3 Hadadezer: or, Hadarezer 4 And David took from him a thousand chariots, and seven hundred horsemen, and twenty thousand footmen: and David houghed all the chariot horses, but reserved of them for an hundred chariots.8.4 from…: or, of his chariots 5 And when the Syrians of Damascus came to succour Hadadezer king of Zobah, David slew of the Syrians two and twenty thousand men. 6 Then David put garrisons in Syria of Damascus: and the Syrians became servants to David, and brought gifts. And the LORD preserved David whithersoever he went. 7 And David took the shields of gold that were on the servants of Hadadezer, and brought them to Jerusalem. 8 And from Betah, and from Berothai, cities of Hadadezer, king David took exceeding much brass.

9 When Toi king of Hamath heard that David had smitten all the host of Hadadezer, 10 Then Toi sent Joram his son unto king David, to salute him, and to bless him, because he had fought against Hadadezer, and smitten him: for Hadadezer had wars with Toi. And Joram brought with him vessels of silver, and vessels of gold, and vessels of brass:8.10 Joram: also called, Hadoram8.10 salute…: Heb. ask him of peace8.10 had wars…: Heb. was a man of wars with8.10 brought…: Heb. in his hand were 11 Which also king David did dedicate unto the LORD, with the silver and gold that he had dedicated of all nations which he subdued; 12 Of Syria, and of Moab, and of the children of Ammon, and of the Philistines, and of Amalek, and of the spoil of Hadadezer, son of Rehob, king of Zobah. 13 And David gat him a name when he returned from smiting of the Syrians in the valley of salt, being eighteen thousand men.8.13 smiting: Heb. his smiting

14 And he put garrisons in Edom; throughout all Edom put he garrisons, and all they of Edom became David’s servants. And the LORD preserved David whithersoever he went.

15 And David reigned over all Israel; and David executed judgment and justice unto all his people. 16 And Joab the son of Zeruiah was over the host; and Jehoshaphat the son of Ahilud was recorder;8.16 recorder: or, remembrancer, or, writer of chronicles 17 And Zadok the son of Ahitub, and Ahimelech the son of Abiathar, were the priests; and Seraiah was the scribe;8.17 scribe: or, secretary 18 And Benaiah the son of Jehoiada was over both the Cherethites and the Pelethites; and David’s sons were chief rulers.8.18 chief rulers: or, princes

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-