Όραμα του προφήτη για τη δόξα του Θεού
1-3 Την πέμπτη μέρα του τέταρτου μήνα του τριακοστού έτους της ηλικίας μου, εγώ ο Ιεζεκιήλ, γιος του ιερέα Βουζί, βρισκόμουν ανάμεσα στους αιχμαλώτους, κοντά στον ποταμό Χεβάρ. Εκείνη την ημέρα ανοίχτηκαν οι ουρανοί και είδα οράματα που μου τα φανέρωσε ο Θεός. Αυτό συνέβη τον πέμπτο χρόνο μετά που είχε αιχμαλωτιστεί ο βασιλιάς Ιωαχίν.Την πέμπτη... της ηλικίας μου. Το εβρ. έχει απλώς «του τριακοστού έτους». Ελλείψει πάσης άλλης ενδείξεως θεωρείται πιθανό να γίνεται εδώ νύξη για την ηλικία του Ιεζεκιήλ. – Χεβάρ Πιθανώς πρόκειται για παραπόταμο του μεγάλου ποταμού Ευφράτη που περνούσε από τη Βαβυλώνα. – τον πέμπτο χρόνο... Δηλ. τα έτη 593-592 π.Χ. (Βλ. Β΄ Βασ 24:8-17· Β΄ Χρ 36:9-10).
Εκεί, στη Βαβυλώνα, στον ποταμό Χεβάρ, ο Κύριος μου μίλησε για πρώτη φορά και ένιωσα τη δύναμή του πάνω μου. 4 Καθώς παρατηρούσα, είδα να ’ρχεται από το βορρά μια ανεμοθύελλα, που έφερνε ένα μεγάλο σύννεφο. Το σύννεφο έβγαζε από μέσα του φωτιά και έλαμπε ολόγυρα, ενώ στο κέντρο του κάτι ακτινοβολούσε σαν το μέταλλο που βγαίνει από τη φωτιά. 5 Μέσα από τη φωτιά διέκρινα τέσσερα όντα που έμοιαζαν με άνθρωπο. 6 Το καθένα τους είχε τέσσερα πρόσωπα και τέσσερα φτερά. 7 Τα πόδια τους ήταν ίσια, ενώ τα πέλματά τους έμοιαζαν με του μοσχαριού και σπινθηροβολούσαν σαν γυαλιστερός χαλκός. 8 Εκτός από τα τέσσερα πρόσωπα και τα τέσσερα φτερά, καθένα από τα όντα αυτά είχε τέσσερα ανθρώπινα χέρια, ένα χέρι κάτω από κάθε φτερό. 9 Τα ανοιγμένα φτερά τους συναντούσαν το ένα το άλλο στις άκρες καθώς κινούνταν· δεν άλλαζαν κατεύθυνση· βάδιζαν κατευθείαν μπροστά, εκεί που κοίταζε το κάθε πρόσωπο. 10 Όσο για την όψη του προσώπου τους, το κάθε ον είχε από μπροστά τη μορφή ανθρώπου, δεξιά τη μορφή λιονταριού, αριστερά τη μορφή βοδιού και πίσω τη μορφή αετού. 11 Αυτά ήταν τα πρόσωπά τους. Τα δύο από τα φτερά του καθενός ήταν ανοιγμένα προς τα πάνω και άγγιζαν τα φτερά του άλλου, ενώ τα άλλα δύο φτερά σκέπαζαν το σώμα τους. 12 Το κάθε ον βάδιζε κατευθείαν μπροστά, εκεί που κοίταζε το κάθε πρόσωπό του, όπου τα πήγαινε το Πνεύμα. Βάδιζαν χωρίς να γυρίζουν τα σώματά τους. 13 Ανάμεσά τους διακρινόταν μια λάμψη σαν από αναμμένα κάρβουνα, σαν λάμψη από δαδιά που πηγαινοέρχονταν. Η φωτιά ήταν εκτυφλωτική κι από μέσα της πετιούνταν αστραπές. 14 Τα όντα πηγαινοέρχονταν κι έτρεχαν σαν αστραπή.
15 Καθώς παρατηρούσα τα όντα, είδα ότι πάνω στο έδαφος υπήρχε ένας τροχός κοντά τους, ένας τροχός για κάθε ον με τις τέσσερις μορφές. 16 Οι τέσσερις τροχοί είχαν το χρώμα του τοπαζιού. Όλοι τους είχαν το ίδιο σχήμα και ήταν έτσι κατασκευασμένοι, ώστε ο ένας τροχός φαινόταν να έχει έναν δεύτερο τροχό μέσα του σταυρωτά. 17 Έτσι οι τροχοί είχαν τη δυνατότητα να κινούνται σταθερά και προς τις τέσσερις κατευθύνσεις. 18 Οι τροχοί ήταν πολύ μεγάλοι· έφταναν σε τρομαχτικό ύψος και η περιφέρειά τους ήταν γεμάτη μάτια σπινθηροβόλα. 19 Όταν τα όντα προχωρούσαν, προχωρούσαν μαζί τους κι οι τροχοί· κι όταν σηκώνονταν τα όντα από τη γη, σηκώνονταν κι εκείνοι. 20,21 Όπου το Πνεύμα πήγαινε τα όντα, μετατοπίζονταν μαζί τους κι οι τροχοί. Όταν αυτά βαδίζανε μετακινούνταν και οι τροχοί· όταν αυτά σταματούσαν, σταματούσαν κι εκείνοι· κι όταν αυτά υψώνονταν από τη γη, υψώνονταν μαζί μ’ αυτά και οι τροχοί· γιατί το ίδιο Πνεύμα κατεύθυνε τα όντα και τους τροχούς.
22 Πάνω από τα κεφάλια των όντων είδα κάτι που έμοιαζε με κρυστάλλινο, λαμπερό θόλο. 23 Κάτω απ’ το θόλο στέκονταν τα όντα με απλωμένα τα φτερά τους· καθένα άπλωνε δύο φτερά και άγγιζε τα φτερά του άλλου όντος, ενώ με τα άλλα δύο φτερά σκέπαζε το σώμα του. 24 Όταν προχωρούσαν, άκουγα τον ήχο των φτερών τους: ήταν σαν μια μεγάλη θάλασσα που βρυχιέται, σαν τη φωνή του Παντοδύναμου· ήταν ένας ορυμαγδός σαν βουή από πολεμικό στρατόπεδο. Όταν στέκονταν, δίπλωναν τα φτερά τους. 25 Αλλά και τότε ακουγόταν ακόμα ένας ήχος που ερχόταν από το θόλο, πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
26 Κι εκεί, πάνω από το θόλο, υπήρχε κάτι που έμοιαζε με τεράστιο ζαφείρι σε σχήμα θρόνου. Και πάνω στο θρόνο είδα να κάθεται κάποιος που έμοιαζε με άνθρωπο. 27 Έπειτα είδα, από τη μέση του και πάνω κάτι που έλαμπε σαν χρυσάφι κι από τη μέση του και κάτω είδα κάτι σαν φωτιά, που ολόγυρά του έβγαζε λάμψη. 28 Έμοιαζε με το ουράνιο τόξο που εμφανίζεται στα σύννεφα μετά τη βροχή· τέτοια ήταν η λάμψη αυτή, σαν το απαύγασμα της δόξας του Κυρίου.
Κλήση του προφήτη Ιεζεκιήλ
Όταν είδα τη λάμψη, έπεσα με το πρόσωπο στη γη· και τότε άκουσα τη φωνή κάποιου που μιλούσε.
Visão inaugural de Ezequiel
1 No trigésimo ano,1.1 Ou No meu trigésimo ano. no quinto dia do quarto mês, estando eu entre os exilados, junto ao rio Quebar, abriram-se os céus, e eu tive visões de Deus.
2 Foi no quinto ano do exílio do rei Joaquim, no quinto dia do quarto mês. 3 A palavra do Senhor veio ao sacerdote Ezequiel, filho de Buzi,1.3 Ou veio a Ezequiel, filho do sacerdote Buzi. junto ao rio Quebar, na terra dos caldeus. Ali a mão do Senhor esteve sobre ele.
4 Olhei e vi uma tempestade que vinha do norte: uma nuvem imensa, com relâmpagos e faíscas, cercada por uma luz brilhante. O centro do fogo parecia metal reluzente,1.4 A Septuaginta traz o termo elektron, uma possível referência ao âmbar; também no versículo 27.5 e no meio do fogo havia algo semelhante a quatro seres viventes, cuja aparência e forma eram humanas. 6 Cada um deles, porém, tinha quatro rostos e quatro asas. 7 As suas pernas eram retas, e os seus pés eram como os cascos das patas de um bezerro e reluziam como bronze polido. 8 Debaixo das suas asas, nos quatro lados, eles tinham mãos humanas. Os quatro tinham rostos e asas, 9 e as asas tocavam umas nas outras. Quando se moviam, andavam para a frente e não se viravam.
10 Quanto à aparência dos seus rostos, todos os quatro tinham rosto de homem: no lado direito, rosto de leão; no lado esquerdo, rosto de boi; todos também tinham rosto de águia. 11 Assim eram os seus rostos. As suas asas estavam estendidas para cima; cada um deles tinha duas asas que tocavam nas asas de outro ser vivente, de um lado e do outro, e duas asas que cobriam o corpo. 12 Cada um deles se movia sempre para a frente. Para onde quer que fosse o espírito, eles iam e não se viravam quando se moviam. 13 Os seres viventes pareciam carvão aceso; ardiam como tochas. O fogo ia de um lado a outro entre os seres viventes, e do fogo saíam relâmpagos e faíscas. 14 Os seres viventes iam e vinham como relâmpagos.
15 Enquanto eu olhava para eles, vi, na terra, uma roda ao lado de cada um dos seres viventes, com os seus quatro rostos. 16 Esta era a aparência e a estrutura das rodas: reluziam como o crisólito;1.16 Ou topázio. as quatro tinham aparência semelhante. Cada roda parecia estar dentro uma da outra. 17 Quando se moviam, seguiam nas quatro direções dos quatro rostos e não se viravam.1.17 Ou não viravam para o lado.18 Os aros das rodas eram altos e amedrontadores e estavam cheios de olhos ao redor.
19 Quando os seres viventes se moviam, as rodas ao seu lado se moviam; quando se elevavam do chão, as rodas também se elevavam. 20 Para onde quer que o espírito1.20 Ou vento; também no versículo 21. fosse, os seres viventes iam, e as rodas os seguiam, porque o espírito dos seres viventes estava nelas. 21 Quando os seres viventes se moviam, elas também se moviam; quando eles ficavam imóveis, elas também ficavam; quando os seres viventes se elevavam do chão, as rodas também se elevavam com eles, porque o espírito deles estava nelas.
22 Acima da cabeça dos seres viventes, havia o que parecia uma abóbada, reluzente como gelo e amedrontadora. 23 Debaixo dela, cada ser vivente estendia duas asas ao que lhe estava mais próximo e com as outras duas asas cobria o corpo. 24 Ouvi o ruído das suas asas quando voavam. Parecia o ruído de muitas águas, parecia a voz do Todo-poderoso.1.24 Hebraico: El-Shadai. Era um ruído estrondoso, como o de um exército. Quando paravam, fechavam as asas.
25 Então, veio uma voz de cima da abóbada que estava sobre a cabeça deles, enquanto permaneciam parados, com as asas fechadas. 26 Acima da abóbada, sobre a cabeça deles, havia o que parecia um trono de safira e, bem no alto, sobre o trono, uma figura semelhante a um homem. 27 Vi que a parte de cima do que parecia a cintura dele assemelhava-se a metal reluzente, como que cheio de fogo; a parte inferior assemelhava-se ao fogo, e uma luz brilhante envolvia todo o seu ser. 28 Como a aparência do arco-íris entre as nuvens em um dia chuvoso, assim era o resplendor ao seu redor.
Esta era a aparência da figura da glória do Senhor. Quando a vi, prostrei-me com o rosto em terra e ouvi a voz de alguém que falava.