Η παραβολή της χύτρας
1 Τη δέκατη μέρα του δέκατου μήνα του ένατου έτους της αιχμαλωσίας μας,Δηλ. Δεκέμβριο 589 με Ιανουάριο 588 π.Χ. (βλ. Β΄ Βασ 25:1). ο Κύριος μου είπε: 2 «Εσύ άνθρωπε,άνθρωπε. Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:1. σημείωσε αυτή την ημέρα· είναι η μέρα που ο βασιλιάς της Βαβυλώνας πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ. 3 Πες λοιπόν, την παροιμία που εγώ ο Κύριος, ο Θεός, λέω γι’ αυτούς τους αποστάτες:αποστάτες. Ο προφήτης απευθύνεται στους εξόριστους Ισραηλίτες.
"βάλε τη χύτρα στη φωτιά
και μέσα νερό ρίξε.
4 Κόψε μετά το κρέας
και πάρε τα κομμάτια τα καλύτερα
το μπούτι και τη σπάλα
και βάλ’ τα μες στη χύτρα.
Για να γεμίσει, πρόσθεσε
κόκαλα διαλεχτά.
5 Το κρέας να ’ναι απ’ τα καλύτερα τα πρόβατα του κοπαδιού.
Σώριασε ξύλαξύλα. Το εβρ. έχει «κόκαλα». κάτω από τη χύτρα
κι άσ’ τα να βράσουνε τόσο πολύ
ως να ψηθούν ακόμα και τα κόκαλα.
6 "Εγώ ο Κύριος, ο Θεός, λέω: Αλίμονο στην αιμοβόρα πόλη, στη σκουριασμένη χύτρα, που η σκουριά της με τίποτα δε βγαίνει! Θ’ αδειάσει απ’ όλο της το κρέας, κομμάτι κομμάτι, χωρίς εξαίρεση. 7 Φόνοι έγιναν στην πόλη και το αίμα απλώθηκε πάνω στο βράχο το γυμνό· το χώμα δεν το ρούφηξε ούτε το σκέπασε η σκόνη. 8 Κι εγώ το αφήνω εκεί για να το βλέπω, πάνω στο βράχο το γυμνό, για να φουντώνει την οργή μου και να γυρεύει εκδίκηση.Υπήρχε η αντίληψη πως το χυμένο αίμα βοούσε προς το Θεό ζητώντας του αυτός να κάνει εκδίκηση, γιατί δεν μπορούσε να απορροφηθεί από το έδαφος ή να σκεπαστεί από τη σκόνη.9 Γι’ αυτό, εγώ ο Κύριος, ο Θεός λέω: Αλίμονο στην πόλη την αιμοσταγή, γιατί θα ετοιμάσω κι εγώ πυρά, μ’ ένα μεγάλο σωρό από ξύλα. 10 Σώριασέ τα, άναψε τη φωτιά, βράσε καλά το κρέας, πρόσθεσε τα μπαχαρικά κι άσε να φύγει όλο το νερό και να καούν τα κόκαλα. 11 Τη χύτρα άφησέ την αδειανή πάνω στα κάρβουνα ώσπου να πυρωθεί το μέταλλο, να κοκκινίσει και να χαθεί η ακαθαρσία που ’χει μέσα της και να εξαφανιστεί η σκουριά της. 12 Μάταια, όμως· είναι πολλή η σκουριά της και δεν εξαφανίζεται με τη φωτιά. 13 Η σκουριά είναι η ακολασία σου, Ιερουσαλήμ. Προσπάθησα να σ’ εξαγνίσω, μα στάθηκε αδύνατο. Τώρα δεν θα μπορέσεις πια να εξαγνιστείς, ωσότου εξαντλήσω την οργή μου πάνω σου. 14 Εγώ, ο Κύριος μίλησα· αυτό θα γίνει. Θα το κάνω! Δε θ’ αλλάξω γνώμη, δε θα λυπηθώ ούτε θα μετανιώσω. Θα σε τιμωρήσω ανάλογα με το πώς φέρθηκες και τι έπραξες. Εγώ ο Κύριος, ο Θεός, το λέω"».
Το πένθος του Ιεζεκιήλ
15 Μου είπε ακόμα ο Κύριος: 16 «Άνθρωπε, τώρα εγώ μ’ ένα χτύπημα θα σου πάρω αυτήν που είναι των ματιών σου η χαρά. Μη θρηνήσεις όμως και μην πενθήσεις ούτε να χύσεις δάκρυα. 17 Στέναξε σιωπηλά· μην πενθήσεις για τη νεκρή. Τύλιξε όπως πάντα το κάλυμμα γύρω στο κεφάλι σου και βάλε τα σανδάλια σου στα πόδια σου· μη σκεπάσεις το σαγόνι σου και μη δεχτείς να φας απ’ το ψωμί που προσφέρουν σ’ αυτούς που πενθούν». 18 Μίλησα, λοιπόν, στο λαό το πρωί, και το βράδυ η γυναίκα μου πέθανε· το άλλο πρωί έκανα όπως με είχε διατάξει ο Κύριος. 19 Τότε ο λαός με ρώτησε: «Δε θα μας πεις τι σημαίνουν όλα αυτά που κάνεις;»
20 Εγώ τους απάντησα: «Ο Κύριος ο Θεός με πρόσταξε, Ισραηλίτες, 21 να σας πω εκ μέρους του τα εξής: "εγώ, ο Κύριος, θα μολύνω το αγιαστήριό μου, που είναι το καύχημά σας και το στήριγμά σας, που καμαρώνετε να το βλέπετε και να το επισκέπτεσθε. Τ’ αγόρια σας και τα κορίτσια σας που έμειναν στην Ιερουσαλήμ,που έμειναν στην Ιερουσαλήμ. Κατά την πρώτη μετοικεσία το 597 π.Χ., μόνον ένα τμήμα του πληθυσμού είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την Ιουδαία. με ξίφος θα θανατωθούν. 22 Τότε θα κάνετε ότι έκανε κι ο Ιεζεκιήλ: Δε θα καλύψετε το σαγόνι σας ούτε θα φάτε το ψωμί που θα σας φέρουν. 23 Το κάλυμμά σας θα μείνει πάνω στο κεφάλι σας και τα σανδάλια σας στα πόδια σας· δεν θα θρηνήσετε ούτε θα κλάψετε, μόνο θα λιώνετε από τις ανομίες σας και θ’ αναστενάζετε όταν συναντάτε ο ένας τον άλλο. 24 Ο Ιεζεκιήλ θα είναι για σας υπόδειγμα· όπως έκανε εκείνος έτσι θα κάνετε κι εσείς. Όταν θα γίνει κι αυτό, τότε θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός"».
25 Έπειτα, ο Κύριος μου είπε: «Άνθρωπε, θα ’ρθεί μια μέρα που θα πάρω απ’ αυτούς το αγιαστήριό μου, που σ’ αυτό στηρίζονται, που είναι το καμάρι τους και η χαρά τους, όταν το βλέπουν και όταν το επισκέπτονται. Επίσης θα τους πάρω τ’ αγόρια τους και τα κορίτσια τους. 26 Τότε θα ’ρθει σ’ εσένα ένας που θα έχει γλιτώσει για να σου πει τα νέα. 27 Την ίδια μέρα θα πάψεις να είσαι άλαλοςΓι’ αυτή την αλαλία του Ιεζεκιήλ βλ. κεφ. 3:26. και θα μιλήσεις στο φυγάδα. Έτσι θα γίνεις γι’ αυτούς σημείο και θα μάθουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος».
A panela
1 No nono ano, no décimo mês, aos dez dias do mês, a palavra do Senhor veio a mim. Ele disse:
2 — Filho do homem, registre esta data, a data de hoje, porque o rei da Babilônia sitiou Jerusalém exatamente neste dia. 3 Conte uma parábola a esta nação rebelde e diga-lhe que assim diz o Soberano Senhor:
"Ponha a panela para esquentar;
ponha-a para esquentar e encha-a com água.
4 Ponha dentro dela pedaços de carne,
os melhores pedaços da coxa e do ombro.
Encha-a com o melhor desses ossos;
5 apanhe o melhor do rebanho.
Empilhe lenha debaixo dela para cozinhar os ossos;
deixe ferver a água e cozinhe tudo
o que está na panela".
6 — Porque assim diz o Soberano Senhor:
"Ai da cidade sanguinária,
da panela que agora tem uma crosta,
cujo resíduo não desaparecerá!
Esvazie-a, tirando pedaço por pedaço,
sem sorteá-los.
7 "Pois o sangue que ela derramou está no meio dela.
Ela o derramou na rocha nua,
não no chão,
onde o pó o cobriria.
8 Para atiçar a minha ira e me vingar,
pus o sangue dela sobre a rocha nua,
para que ele não fosse coberto".
9 — Portanto, assim diz o Soberano Senhor:
"Ai da cidade sanguinária!
Eu também farei uma pilha de lenha,
uma pilha bem alta.
10 Por isso, amontoem a lenha
e acendam o fogo.
Cozinhem bem a carne,
misturando os temperos,
e reduzam os ossos a cinzas.24.10 A Septuaginta traz e se reduza o caldo.
11 Ponham, depois, a panela vazia sobre as brasas,
para que ela aqueça até que o seu bronze fique incandescente,
as suas impurezas se derretam no interior dela
e o seu resíduo seja queimado e desapareça.
12 Mas ela frustrou todos os esforços;
nem o fogo pôde eliminar
o seu resíduo espesso!".
13 — Ora, a sua impureza é a lascívia. Como eu desejei purificar você, mas você não quis ser purificada, não voltará a estar limpa enquanto a minha ira contra você não se abrandar.
14 — Eu, o Senhor, falei. Chegou a minha hora de agir. Não me conterei; não terei piedade nem voltarei atrás. Você será julgada de acordo com os seus caminhos e as suas ações, declara o Soberano Senhor.
A morte da esposa de Ezequiel
15 Esta palavra do Senhor veio a mim:
16 — Filho do homem, com um único golpe estou para tirar de você o prazer dos seus olhos. Contudo, não lamente, nem chore, nem derrame nenhuma lágrima. 17 Não permita que ninguém ouça o seu gemido; não pranteie pelos mortos. Mantenha o turbante ajustado à cabeça e as sandálias nos pés; não cubra o rosto nem coma a comida costumeira dos pranteadores.
18 Assim, falei de manhã ao povo, e à tarde a minha mulher morreu. No dia seguinte, fiz o que me havia sido ordenado.
19 Então, o povo me perguntou:
— Você não vai nos dizer que relação essas coisas têm conosco?
20 Eu lhes respondi:
— Esta palavra do Senhor veio a mim: 21 "Diga ao povo de Israel que assim diz o Soberano Senhor: ‘Estou a ponto de profanar o meu santuário, a fortaleza de que vocês se orgulham, o prazer dos seus olhos, o objeto da sua afeição. Os filhos e as filhas que vocês deixaram lá cairão à espada. 22 E vocês farão o que eu fiz. Vocês não cobrirão o rosto nem comerão a comida costumeira dos pranteadores. 23 Vocês manterão o turbante ajustado à cabeça e as sandálias nos pés. Não prantearão nem chorarão, mas irão consumir-se por causa das suas iniquidades e gemerão uns pelos outros. 24 Ezequiel será um sinal para vocês; vocês farão tudo o que ele fez. Quando isso acontecer, saberão que eu sou o Soberano Senhor’ ".
25 — E você, filho do homem, no dia em que eu tirar deles a sua fortaleza, a sua alegria e a sua glória, o prazer dos seus olhos, e também os seus filhos e as suas filhas, o maior desejo da vida deles, 26 naquele dia um fugitivo virá dar a notícia a você. 27 Naquela hora, a sua boca será aberta; você falará com ele e não ficará calado. Então, você será um sinal para eles, e eles saberão que eu sou o Senhor.