6
1 Όταν καθίσεις στο τραπέζι μ’ έναν άρχοντα, πρόσεξε ποιος είναι μπροστά σου. 2 Συγκρατήσου αν είσαι λαίμαργος. 3 Μη λαχταράς τις λιχουδιές του, είναι τροφή απατηλή.
7
4 Μην αγωνίζεσαι να γίνεις πλούσιος· μ’ αυτό ας μην απασχολείται ο νους σου. 5 Μόλις στρέψεις τα μάτια σου στον πλούτο, χάνεται· κάνει φτερά και σαν αετός στον ουρανό πετάει.
8
6 Μην τρως αντάμα με τον φθονερό και μην τα λαχταράς τα φαγητά του. 7 Αυτός όλα τα υπολογίζει. Σου λέει «φάε και πιες», ενώ μέσα του άλλα σκέφτεται. 8 Θα κάνεις εμετό την μπουκιά που ’φαγες και οι φιλοφρονήσεις σου θα παν’ χαμένες.
9
9 Μη χάνεις τα λόγια σου με τον ανόητο, γιατί θα καταφρονήσει τις σοφές σου συμβουλές.
10
10 Μη μετατοπίζεις τα παλιά όρια ιδιοκτησίας και μην καταπατάς τα χωράφια των ορφανών, 11 γιατί ο υπερασπιστής τους είναι ισχυρός· αυτός το μέρος τους ενάντια σου θα πάρει. Μη...προσοχή.Ο νόμος απαγόρευε τη μετακίνηση των ορίων (Δτ 19:14). Ο Θεός απαιτούσε ιδιαίτερο σεβασμό σ’ αυτή τη διάταξη, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για ανυπεράσπιστους ανθρώπους, όπως ήταν οι ξένοι, οι χήρες και τα ορφανά.
11
12 Στη διδαχή άνοιξε την καρδιά σου και τα λόγια της γνώσης άκου τα με προσοχή.
12
13 Μην είσαι φειδωλός στου παιδιού το σωφρονισμό· μ’ ένα γερό ξυλοδαρμό δεν θα πεθάνει. 14 Αντίθετα, χτυπώντας το, το προστατεύεις από λάθη θανάσιμα.
13
15 Γιε μου, αν γίνει η καρδιά σου σοφή, θα χαίρεται η καρδιά η δική μου. 16 Τα σπλάχνα μου θα ευφραίνονται όταν τα χείλη σου μιλούν σωστά.
14
17 Να φθονεί η καρδιά σου τους αμαρτωλούς, αλλά το φόβο ας έχει πάντα του Κυρίου· 18 τότε θα μπορείς να ατενίζεις με αισιοδοξία το μέλλον και η ελπίδα σου δε θα χαθεί.
15
19 Άκουσε γιε μου και γίνε σοφός και την καρδιά σου οδήγησ’ την στον ίσιο δρόμο. 20 Μην είσαι στην παρέα των μέθυσων, κι εκείνων που με κρέατα παραχορταίνουν· 21 γιατί ο μέθυσος κι ο λαίμαργος φτωχαίνουν, και ντύνει με κουρέλια τον υπναρά η νωθρότητα.
16
22 Άκουγε τον πατέρα σου, εκείνον που σε γέννησε· και τη μητέρα σου στα γηρατειά της μην την καταφρονέσεις.
23 Την αλήθεια αγόραζέ την και μην την πουλάς· το ίδιο και τη σοφία, τη διδαχή, τη φρόνηση.
24 Του δίκαιου ανθρώπου θ’ αγάλλεται ο πατέρας· κι εκείνος που σοφό γέννησε γιο θα χαίρεται γι’ αυτόν.
25 Ας χαίρονται ο πατέρας κι η μητέρα σου, εκείνη που σε γέννησε από χαρά ας σκιρτάει!
17
26 Δώσ’ μου, γιε μου, την καρδιά σου και πάρε τη ζωή μου για παράδειγμα. 27 Γιατί η πόρνη λάκκος είναι βαθύς, στενό πηγάδι η γυναίκα του άλλου. 28 Παραμονεύει σαν ληστής και παρασύρει κι άλλους στην παρανομία.
18
29 Ποιοι είν’ αξιολύπητοι; ποιοι υποφέρουν; σε ποιους είν’ οι διχόνοιες; σε ποιους η απόγνωση; ποιοι αναίτια χτυπιούνται; ποιανών τα μάτια κοκκινίζουν; 30 Αυτά όλα συμβαίνουν σ’ εκείνους που ξοδεύουν πολύ χρόνο στην οινοποσία, σ’ εκείνους που τρέχουν ν’ απολαύσουν το κρασί. 31 Μη βλέπεις το κρασί που κοκκινίζει, που στο ποτήρι δίνει χρώμα και πίνετ’ εύκολα. 32 Φτάνει στο τέλος σαν το φίδι να δαγκώνει, και να κεντρίζει σαν οχιά. 33 Τα μάτια σου θα βλέπουν φαντασίες, και λόγια ασυνάρτητα θα λες. 34 Θα ’σαι σαν να κοιμάσαι στης θάλασσας τη μέση, σαν κάποιος ξαπλωμένος στην κορφή του καταρτιού. 35 «Με χτύπησαν», θα λες, «και καθόλου δεν πόνεσα. Μ’ έδειραν, μα δεν το ’νιωσα. Πότε θα σηκωθώ να πάω να ξαναπιώ;»
Ditado 7
1 Quando você sentar para uma refeição com alguma autoridade,
observe com atenção quem está diante de você
2 e encoste a faca na sua própria garganta,
se estiver com grande apetite.
3 Não deseje as iguarias que ele oferece,
pois esses alimentos são enganosos.
Ditado 8
4 Não esgote as suas forças tentando ficar rico;
pare de pensar nisso!
5 As riquezas desaparecem assim que você as contempla;
criam asas e voam como águias pelo céu.
Ditado 9
6 Não aceite a refeição de um hospedeiro mal-intencionado23.6 Hebraico: de olhos maus.
nem deseje as iguarias que oferece,
7 pois ele só pensa nos gastos.
Ele diz: "Coma e beba!", mas não fala com sinceridade.
8 Você vomitará o pouco que comeu
e terá desperdiçado a sua cordialidade.
Ditado 10
9 Não vale a pena conversar com o tolo,
pois ele desprezará o discernimento das suas palavras.
Ditado 11
10 Não mude de lugar os marcos antigos que limitam as propriedades
nem invada a propriedade dos órfãos,
11 pois o seu Redentor é forte.
Ele lutará contra você para defendê-los.
Ditado 12
12 Dedique à disciplina o seu coração;
os seus ouvidos, às palavras que dão conhecimento.
Ditado 13
13 Não evite disciplinar a criança;
se você a castigar com a vara, ela não morrerá.
14 Castigue-a, você mesmo, com a vara
e, assim, a livrará da sepultura.23.14 Hebraico: Sheol. Essa palavra também pode ser traduzida por profundezas ou morte.
Ditado 14
15 Meu filho, se o seu coração for sábio,
então o meu coração se alegrará.
16 O meu íntimo exultará
quando os seus lábios falarem com retidão.
Ditado 15
17 Não inveje no seu coração os pecadores;
melhor será que tema sempre ao Senhor.
18 Se agir assim, certamente haverá um bom futuro para você,
e a sua esperança não falhará.
Ditado 16
19 Ouça, meu filho, e seja sábio;
guie o seu coração pelo bom caminho.
20 Não ande com os que se embriagam com vinho
nem com os que se empanturram de carne.
21 Pois os bêbados e os glutões se empobrecerão,
e a sonolência os vestirá de trapos.
Ditado 17
22 Ouça o seu pai, que o gerou,
e não despreze a sua mãe quando ela envelhecer.
23 Compre a verdade e não abra mão dela,
tampouco da sabedoria, da disciplina e do discernimento.
24 O pai do justo exultará de júbilo;
quem tem filho sábio nele se alegra.
25 Que o seu pai e a sua mãe se alegrem!
Que exulte a mulher que o deu à luz!
Ditado 18
26 Meu filho, dê-me o seu coração;
mantenha os seus olhos nos meus caminhos,
27 pois a prostituta é uma cova profunda,
e a mulher adúltera é um poço estreito.
28 Tal qual um assaltante, ela fica de tocaia
e multiplica entre os homens os infiéis.
Ditado 19
29 De quem são os ais?
De quem, os pesares?
De quem, as brigas?
De quem, as queixas?
De quem, os ferimentos desnecessários?
De quem, os olhos vermelhos?23.29 Ou embaçados.
30 Dos que se demoram bebendo vinho,
dos que andam à procura de bebida misturada.
31 Não se deixe atrair pelo vinho quando está vermelho,
quando cintila no copo e escorre suavemente!
32 No fim, ele morde como a serpente
e envenena como a víbora.
33 Os seus olhos verão coisas estranhas,
e a sua mente imaginará coisas perversas.
34 Você será como quem dorme no coração do mar,
como quem se deita no alto das cordas do mastro.
35 Você dirá: "Espancaram-me,
mas eu nada senti!
Bateram em mim, mas nem percebi!
Quando despertarei deste sonho para tomar mais um trago?".