Τέσσερις προειδοποιήσεις
1 Αν μπήκες, γιε μου, εγγυητής για κάποιον φίλο σου, αν έδωσες το χέρι κι υποσχέθηκες για λογαριασμό ξένου,Για τη χειρονομία εγγύησης βλ. Γεν 43:9· 44:32· Ψλ 119:122· Β΄ Βασ 10:15.2 αν παγιδεύτηκες με τα ίδια σου τα λόγια, εάν δεσμεύτηκες με την υπόσχεση που έδωσες, 3 τότε να τι θα κάνεις για να γλιτώσεις, μια κι έπεσες στου φίλου σου τα χέρια: Πήγαινε, ταπεινώσου και παρακάλα τον επίμονα. 4 Μην αφήσεις να σε πάρει ο ύπνος, τα βλέφαρά σου μην τα βαρύνει ο νυσταγμός. 5 Ελευθερώσου όπως το ζαρκάδι από τα χέρια του παγιδευτή, σαν το πουλί από του κυνηγού το χέρι.
6 Τράβα τεμπέλη στο μυρμήγκι, κοίταξε πώς δουλεύει και γίνε σοφός. 7 Αυτό δεν έχει ούτε αρχηγό ούτε επιστάτη ούτε αφεντικό· 8 κι όμως το καλοκαίρι εξασφαλίζει την τροφή του, προμήθειες συγκεντρώνει τον καιρό του θερισμού. 9 Τεμπέλη, ως πότε θα κοιμάσαι; Πότε απ’ τον ύπνο σου θα σηκωθείς; 10 Λίγος ακόμα ύπνος, λίγη νύστα, λίγο τα χέρια να σταυρώσεις για ν’ αναπαυτείς, 11 και θα ’ρθει η φτώχεια ξαφνικά σαν το ληστή κι η δυστυχία σαν άντρας όπλισμένος.
12 Ο κακός κι αμαρτωλός άνθρωπος τριγυρνάει λέγοντας πράγματα διεστραμμένα· 13 νεύματα κάνει με τα μάτια του, σήματα δίνει με τα πόδια του, νοήματα με τα δάχτυλά του. 14 Μες στο μυαλό του υπάρχουν πονηριές, το κακό πάντα σχεδιάζει, σπέρνει διχόνοιες. 15 Γι’ αυτό και θα ’ρθει ξαφνικά η καταστροφή του, θα συντριφθεί με μιας κι ανεπανόρθωτα.
16-19 Είν’ έξι πράγματα που τα μισεί ο Κύριος, μάλιστα εφτά που είναι αδύνατο να τ’ ανεχθεί:
Μάτια αλαζονικά,
γλώσσα που λέει ψέματα,
χέρια που αθώο χύνουν αίμα,
μυαλό που μηχανεύεται σχέδια αμαρτωλά·
πόδια που τρέχουν στο κακό,
μάρτυρα ψεύτη που διαδίδει ψέματα,
κι εκείνον που διχόνοιες σπέρνει ανάμεσα στους αδερφούς.
Φυλάξου από τη μοιχεία
20 Τις εντολές, γιε μου, φύλαγε του πατέρα σου, και της μητέρας σου τη διδασκαλία μην την περιφρονείς. 21 Κράτα τες πάντα σταθερά μες στην καρδιά σου και στο λαιμό σου γύρω κρέμασέ τες. 22 Θα σ’ οδηγούν όταν βαδίζεις, θα σε φυλάνε όταν κοιμάσαι· κι όταν ξυπνάς, μαζί σου θα συνομιλούν. 23 Λυχνάρι είναι των γονέων οι εντολές, η διδαχή τους φως και της παιδαγωγίας τους οι επιπλήξεις δρόμος που στη ζωή οδηγεί. 24 Αυτές σε προφυλάττουν απ’ την κακή γυναίκα, από τις κολακείες της γυναίκας του άλλου. 25 Μη σου σκλαβώσει με την ομορφιά της την καρδιά, με τις ματιές της μη σ’ αιχμαλωτίσει! 26 Γιατί η πόρνη αρκείται σ’ ένα κομμάτι μοναχά ψωμί· ενώ η μοιχαλίδα γυρεύει να σου πάρει μια ζωή πολύτιμη.
27 Μπορεί κανείς φωτιά να βάλει μες στον κόρφο του, δίχως τα ρούχα του όλα να καούν; 28 Μπορεί κανείς να περπατήσει πάνω σε κάρβουνα αναμμένα κι όμως τα πόδια του να μην καούν; 29 Το ίδιο είναι και μ’ αυτόν που πάει με τη γυναίκα του πλησίον του· όποιος και να ’ναι που θα την αγγίξει, δεν θα μείνει ατιμώρητος. 30 Δε λογαριάζουν για αθώο τον κλέφτη που κλέβει για να χορτάσει την πείνα του. 31 Όταν πιαστεί πληρώνει στο επταπλάσιο κι όλα τα υπάρχοντα του σπιτικού του δίνει. 32 Όποιος μοιχεία διαπράττει είναι άμυαλος· είν’ ό,τι πρέπει για να καταστρέψει τη ζωή του. 33 Θα τον χτυπήσουνε και θα τον ατιμάσουν· θα υποφέρει, και η ντροπή του ποτέ δεν θα σβηστεί. 34 Γιατί η ζηλοτυπία ανάβει τη μανία στο σύζυγο, και θα ’ναι ανελέητος τη μέρα της εκδίκησης. 35 Κανένα αντάλλαγμα δεν θα δεχτεί· όσα και να του δώσεις δώρα, αυτός θα μείνει ανένδοτος.
Advertências contra a insensatez
1 Meu filho, se você serviu de fiador ao seu próximo
e se, com um aperto de mão, se empenhou por um estranho,
2 então você caiu na armadilha das palavras da sua boca
e é prisioneiro do que falou.
3 Portanto, meu filho,
uma vez que você caiu nas mãos do seu próximo,
faça isto para se livrar:
vá e humilhe-se; incomode o seu próximo!
4 Não permita que os seus olhos durmam,
não dê repouso às suas pálpebras.
5 Livre-se como a gazela se livra do caçador,
e como a ave se livra do laço do passarinheiro.
6 Vá à formiga, ó preguiçoso!
Observe os caminhos dela e seja sábio!
7 Ela não tem chefe,
nem supervisor, nem governante,
8 e ainda assim armazena as suas provisões no verão
e na época da colheita ajunta o seu alimento.
9 Até quando você vai ficar deitado, ó preguiçoso?
Quando se levantará do seu sono?
10 "Vou dormir um pouco", você diz.
"Vou cochilar um momento;
vou cruzar os braços para descansar um pouco mais",
11 e a sua pobreza sobrevirá como um assaltante,
e a sua necessidade como um homem armado.
12 O homem perverso é uma pessoa iníqua.
Anda por aí com a boca corrupta;
13 pisca o olho, arrasta os pés
e faz sinais com os dedos;
14 trama perversidades com o mal no seu coração
e em todo o tempo provoca discórdia.
15 Por isso, a desgraça se abaterá repentinamente sobre ele;
de um golpe será destruído irremediavelmente.
16 Há seis coisas que o Senhor odeia;
sete que ele detesta:
17 olhos altivos,
língua mentirosa,
mãos que derramam sangue inocente,
18 coração que trama planos perversos,
pés que se apressam para fazer o mal,
19 testemunha falsa que profere mentiras
e aquele que provoca discórdia entre irmãos.
Advertências contra o adultério
20 Meu filho, guarde o mandamento do seu pai
e não abandone o ensino da sua mãe.
21 Amarre-os sempre junto ao coração;
ate-os ao redor do pescoço.
22 Quando você andar, eles o guiarão;
quando deitar, eles o protegerão;
quando acordar, falarão com você.
23 Porque o mandamento é lâmpada,
a instrução é luz,
e as repreensões da disciplina
são o caminho que conduz à vida.
24 Eles o protegerão para guardar você da mulher má
e dos enganos sutis da mulher adúltera.
25 Não cobice no coração a sua beleza
nem se deixe seduzir pelos seus olhares,
26 pois o preço de uma prostituta é um pedaço de pão,
mas a adúltera sai à caça de uma vida preciosa.
27 Pode alguém colocar fogo no peito
sem queimar a sua roupa?
28 Pode alguém andar sobre brasas
sem queimar os seus pés?
29 Assim acontece com quem se deita com a mulher do seu próximo;
esteja certo de que não ficará impune.
30 O ladrão não é desprezado
se, faminto, rouba para matar a fome.
31 Contudo, se for pego,
deverá pagar sete vezes o que roubou,
embora isso lhe custe tudo o que tem em casa.
32 O homem que comete adultério não tem juízo;
todo aquele que assim procede a si mesmo destrói.
33 Sofrerá ferimentos e vergonha,
e a sua humilhação jamais se apagará,
34 pois o ciúme desperta a fúria do marido,
que não terá misericórdia quando se vingar.
35 Não aceitará nenhuma compensação;
ele recusará o suborno, por mais que você o aumente.