1 O homem,
nascido da mulher,
é de poucos dias e farto de inquietação.
2 Sai como a flor, e murcha;
foge também como a sombra,
e não permanece.
3 E sobre este tal abres os teus olhos,
e a mim me fazes entrar no juízo contigo.
4 Quem do imundo tirará o puro? Ninguém.
5 Visto que os seus dias estão determinados,
contigo está o número dos seus meses;
e tu lhe puseste limites,
e não passará além deles.
6 Desvia-te dele,
para que tenha repouso, até que,
como o assalariado,
tenha contentamento no seu dia.
7 Porque há esperança
para a árvore que,
se for cortada,
ainda se renovará,
e não cessarão os seus renovos.
8 Se envelhecer na terra a sua raiz,
e o seu tronco morrer no pó,
9 Ao cheiro das águas brotará,
e dará ramos como uma planta.
10 Porém, morto o homem, é consumido;
sim, rendendo o homem o espírito,
então onde está ele?
11 Como as águas se retiram do mar,
e o rio se esgota,
e fica seco,
12 Assim o homem se deita,
e não se levanta;
até que não haja mais céus,
não acordará
nem despertará de seu sono.
13 Quem dera
que me escondesses na sepultura,
e me ocultasses
até que a tua ira se fosse;
e me pusesses um limite,
e te lembrasses de mim!
14 Morrendo o homem,
porventura tornará a viver?
Todos os dias de meu combate esperaria,
até que viesse a minha mudança.
15 Chamar-me-ias,
e eu te responderia,
e terias afeto à obra de tuas mãos.
16 Mas agora contas os meus passos;
porventura não vigias
sobre o meu pecado?
17 A minha transgressão está selada num saco,
e amontoas as minhas iniquidades.
18 E, na verdade,
caindo a montanha,
desfaz-se;
e a rocha se remove do seu lugar.
19 As águas gastam as pedras,
as cheias afogam o pó da terra;
e tu fazes perecer a esperança do homem;
20 Tu para sempre prevaleces contra ele,
e ele passa;
mudas o seu rosto,
e o despedes.
21 Os seus filhos recebem honra,
sem que ele o saiba;
são humilhados,
sem que ele o perceba;
22 Mas a sua carne nele tem dores,
e a sua alma nele lamenta.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
1 Αδύναμος και αβοήθητος γεννιέται ο άνθρωπος
και λίγα χρόνια ζει
γεμάτα στενοχώριες.
2 Σαν το λουλούδι ανθίζει
και έπειτα μαραίνεται·
φεύγει και χάνεται σαν τη σκιά.
3 Κι όλα αυτά Κύριε, εσύ, τα παρακολουθείς!
Και με τραβάς σε δίκη να με κρίνεις!
4 Αλλά εσύ πρέπει να το ξέρεις
πως ο άνθρωπος είν’ ακάθαρτος.
Και πως τίποτα καθαρό
δεν προέρχεται απ’ αυτόν.
5 Αφού οι μέρες του είναι μετρημένες,
κι αριθμημένοι από σένα οι μήνες του,
αφού του έβαλες όρια
που να τα ξεπεράσει δεν μπορεί!
6 Πάρε απ’ αυτόν το βλέμμα σου
για να μπορέσει να ησυχάσει,
άσ’ του αυτή την ελάχιστη χαρά μες στη ζωή.
7 Ελπίδα έχει ακόμα κι ένα δέντρο όταν κοπεί,
πως θα ξαναβλαστήσει
και πως ποτέ δε θα του λείψουν οι τρυφεροί βλαστοί.
8 Ακόμη κι αν η ρίζα του γεράσει μες στη γη
και νεκρωθεί το κούτσουρο
μέσα στο χώμα,
9 μόλις νιώσει νερό, θ’ αναβλαστήσει,
και σαν το νιόφυτο θα βγάλει νέα κλαδιά.
10 Μα ο άνθρωπος πεθαίνει,
κι ετούτο είναι το τέλος του·
όταν το πνεύμα του τ’ αφήσει,
αυός πού θα βρεθεί;
11 Μπορεί μια μέρα τα νερά από τη λίμνη να χαθούνε,
και να στερέψουν τα ποτάμια,
να ξεραθούν.
12 Αλλά ο άνθρωπος πεθαίνει
και δεν ξανασηκώνεται.
Πιο εύκολο είν’ ο ουρανός να εξαφανιστεί
παρά ένας πεθαμένος να ξυπνήσει
κι από τον ύπνο του να σηκωθεί.
13 Αχ, και να μ’ έκρυβες στον άδη, Κύριε,
κι εκεί να μ’ άφηνες κρυμμένον
ώσπου ο θυμός σου να διαβεί,
και να μου όριζες τη μέρα
που θα με ξαναθυμηθείς.
14 Αλλά εκείνος που πεθαίνει,
γίνεται να ξανάρθει στη ζωή;
Όλες τις μέρες της ζωής μου
θα υπέμενα τις συμφορές,
αν έλπιζα πως θ’ άλλαζα κατάσταση.
15 Θα με καλούσες,
κι εγώ θα σου απαντούσα·
και θα ’χες πόθο για να δεις, το πλάσμα σου.
16 Θα πρόσεχες το κάθε βήμα μου
μα δε θα μου κατέγραφες τα κρίματα.
17 Αντίθετα· τις παραβάσεις μου
μέσα σε σάκο θα τις σφράγιζες
και θα μου σκέπαζες κάθε παρανομία.
18 Βουνά γκρεμίζονται και χάνονται
βράχοι απ’ τη θέση τους μετακινούνται,
19 τα νερά τρών’ ακόμα και τις πέτρες·
κι η μπόρα παρασέρνει τα χώματα της γης·
παρόμοια καταστρέφεις
του ανθρώπου την ελπίδα εσύ.
20 Ρίχνεις τον άνθρωπο στη γη και χάνεται·
την όψη του παραμορφώνεις με το θάνατο,
τον διώχνεις μακριά.
21 Αν τα παιδιά του τα τιμούν,
αυτός δεν το μαθαίνει·
αν τα καταφρονούν,
αυτός δεν ξέρει τίποτα.
22 Μονάχα του κορμιού του την οδύνη αισθάνεται,
μόνο γι’ αυτόν τον ίδιο
θλίβεται η ψυχή του.