1 Hãy gởi chiên con phải dâng cho quan cai trị đất nầy, từ Sê-la sang đồng vắng, đến núi của con gái Si-ôn. 2 Các con gái Mô-áp tại bến đò Aït-nôn sẽ giống như chim bay tán loạn, và như một lứa chim con bị quăng ra ngoài ổ. 3 Ngươi hãy lập mưu, hãy làm sự công bình, đang lúc giữa trưa hãy phủ bóng ngươi như ban đêm; hãy che giấu kẻ bị đuổi; chớ bươi móc kẻ trốn tránh! 4 Hãy cho phép những kẻ bị đuổi của ta trú ngụ nơi ngươi! Hãy làm nơi ẩn náu cho Mô-áp khỏi mặt kẻ tàn hại! Vì kẻ cướp giựt đã mất, sự tàn hại đã hết, kẻ giày đạp đã bị diệt khỏi đất nầy. 5 Aáy vậy, ngôi sẽ bởi sự nhân từ mà bền lập; và trong trại Đa-vít sẽ có một Đấng lấy lẽ thật ngồi lên, sẽ đoán xét, sẽ tìm sự ngay thẳng, và vội vàng làm sự công bình. 6 Chúng ta có nghe sự kiêu ngạo của Mô-áp, nó kiêu ngạo lắm, cũng nghe nó xấc xược, kiêu căng, giận dữ; sự khoe khoang của nó là vô ích. 7 Vậy nên Mô-áp sẽ than khóc vì Mô-áp, ai nấy đều than khóc; các ngươi hãy khóc, hãy thở than vì sự mất bánh trái nho của Kiệt-Ha-rê-sết! 8 Vì ruộng nương của Hết-bôn và cây nho của Síp-ma đều mòn mỏi; ngày trước nó giàng ra tới Gia-ê-xe, lan ra tới đồng vắng, chồi tược đâm ra tới bên kia biển, mà bây giờ vua chúa các nước đã bẻ gãy nhánh tốt. 9 Vậy nên ta vì cây nho của Síp-ma mà khóc lóc như Gia-ê-xe. Hỡi Hết-bôn, hỡi Ê-lê-a-lê, ta sẽ tưới nước mắt ta trên các ngươi; vì đang lúc trái mùa hạ và mùa gặt thì có tiếng reo của giặc xảy đến. 10 Sự vui mừng hớn hở đã cất khỏi ruộng tốt; trong vườn nho chẳng còn hò hát, reo vui, kẻ đạp rượu chẳng còn đạp trong thùng; ta đã làm dứt tiếng reo vui. 11 Cho nên lòng ta vì Mô-áp kêu vang như đàn cầm, ruột ta vì Kiệt-Hê-re cũng vậy. 12 Vì dầu Mô-áp chịu mệt nhọc đặng đi đến nơi cao, dầu vào trong nơi thánh mình để cầu nguyện, cũng chẳng được nhậm! 13 Aáy là lời mà xưa kia Đức Giê-hô-va đã phán về Mô-áp. 14 Bây giờ thì Đức Giê-hô-va phán như vầy: Trong ba năm, kể như năm kẻ ở mướn, sự vinh hiển của Mô-áp với cả đoàn dân đông của nó sẽ bị khinh hèn; và số còn sót lại sẽ ít lắm, không kể ra gì.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.
1 Απ’ τη Σελά μέσ’ απ’ την έρημο στείλτε αγγελιοφόρους μ’ ένα αρνί για της χώρας τον άρχοντα,μ’ ένα αρνί... άρχοντα. Πιθανώς πρόκειται για δώρο του βασιλιά της Μωάβ προς το βασίλειο του Ιούδα, για να επιτύχει κάποια χάρη. στο όρος της Σιών. 2 Και να του πουν: «Σαν τα πουλιά, που ’ναι διωγμένα απ’ τη φωλιά τους και που πετούν εδώ κι εκεί, έτσι είναι και της Μωάβ οι κόρες στις διαβάσεις του Αρνών.Αρνών. Για πολλά χρόνια ο χείμαρρος αυτός αποτελούσε το φυσικό βόρειο σύνορο της Μωάβ.3 Συμβούλεψέ μας, αποφάσισε, άπλωσε τη σκιά σου μες στο καταμεσήμερο και σαν τη νύχτα σκέπασέ μας. Κάλυψε τους κυνηγημένους μας και μην προδίνεις τους φυγάδες. 4 Άφησε τους εκπατρισμένους της Μωάβ να βρουν κατάλυμα κοντά σου· γίνε τους καταφύγιο από τον εξολοθρευτή».
Τότε η καταπίεση θα πάψει, θα πάρει τέλος και η καταστροφή· εκείνος που τη χώρα δυναστεύει, θα εξαφανιστεί. 5 Τότε θα στηθεί θρόνος στεριωμένος στην πιστότητα, και θα καθίσει πάνω του ένας από τους απογόνους του Δαβίδ, ένας που θ’ αγαπά το δίκαιο και θα ’χει πάθος για τη δικαιοσύνη.
Η Ιερουσαλήμ δεν μπορεί να βοηθήσει τη Μωάβ
6 Ακούσαμε για την αλαζονεία της Μωάβ, μια αλαζονεία υπέρμετρη, για την υπεροψία της και για την έπαρσή της· οι κομπασμοί της όμως είναι μάταιοι. 7 Γι’ αυτό οι Μωαβίτες θρηνούν για τη Μωάβ· όλοι θρηνούν· στενάζουν όταν θυμούνται τις ωραίες σταφιδόπιτες της Κιρ-Χαρεσέθ, ολότελα απελπισμένοι.Για την Κιρ-Χαρεσέθ βλ. υποσ. εις κεφ. 15:1. – Για τις σταφιδόπιτες βλ. υποσ. εις Ωσ 3:1.
8 Τα λιβάδια της Εσεβών και τ’ αμπέλια της Σιβμά μαραίνονται. Οι άρχοντες των εθνών κατέστρεψαν τα κλήματα που έφταναν ώς την Ιαζήρ κι έμπαιναν μες στην έρημο, που τα κλαδιά τους είχαν απλωθεί κι έφταναν ως πέρα από τη Νεκρά Θάλασσα. 9 Γι’ αυτό θρηνώ τον αμπελώνα της Σιβμά, όπως θρηνώ την Ιαζήρ. Σας βρέχω με τα δάκρυά μου, Εσεβών και Ελεαλή· γιατί πάνω στους θερινούς καρπούς και στη σοδειά σας ξέσπασε των εχθρών σας η πολεμική κραυγή. 10 Χάθηκε η χαρά κι η αγαλλίαση απ’ τους αγρούς τους καρποφόρους, κι ούτε τραγούδια πια μέσα στ’ αμπέλια, ούτε χαρές· οι εργάτες δεν πατάνε πια στα πατητήρια τα σταφύλια, έπαψαν οι χαρούμενες φωνές.έπαψαν... φωνές, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «έπαψα τις χαρούμενες φωνές».
11 Γι’ αυτό η καρδιά μου τρέμει για τη Μωάβ σαν της κιθάρας τις χορδές, τα σωθικά μου τρέμουν για την Κιρ-Αρές.Κιρ-Αρές. Βλ. υποσ. εις κεφ. 15:1.12 Κοπιάζει άδικα ο Μωάβ να τρέχει στους ιερούς τόπους και στο ιερό του να πηγαίνει για να προσευχηθεί· δε θα πετύχει τίποτα.
13 Αυτά είχε πει από παλιά ο Κύριος ενάντια στη Μωάβ. 14 Να, όμως, τι εξαγγέλλει ο Κύριος, τώρα: «Σε τρία χρόνια ακριβώς, η δύναμη η μεγάλη της Μωάβ θα καταπέσει. Απ’ το μεγάλο πληθυσμό της μονάχα ένα υπόλοιπο θα μείνει· κι αυτό θα ’ναι πολύ μικρό κι ασήμαντο».