Pular para o conteúdo
Publicidade

Ê-SAI 63

TGVD

1 Đấng từ Ê-đôm đến, từ Bốt-ra tới, mặc áo nhuộm, bận đồ hoa , cậy sức mạnh cả thể, kéo bộ cách oai nghiêm, ai? Aáy, chính ta, Đấng dùng sự công bình nói, quyền lớn để cứu rỗi! 2 Aùo ngươi màu đỏ, áo xống của ngươi như của người đạp bàn ép rượu sao? 3 Chỉ một mình ta đạp bàn ép rượu, trong vòng các dân chẳng từng ai với ta. Trong cơn giận ta đã đạp lên; đang khi thạnh nộ ta đã nghiền nát ra: máu tươi họ đã vảy ra trên áo ta, áo xống ta đã vấy hết. 4 ta đã định ngày báo thù trong lòng ta, năm cứu chuộc của ta đã đến. 5 Ta đã xem, chẳng ai đến giúp ta; ta lấy làm lạ chẳng ai nâng đỡ ta! Cánh tay ta bèn cứu ta, sự thạnh nộ ta bèn nâng đỡ ta. 6 Ta đã giày đạp các dân trong cơn giận; đã khiến chúng say sự thạnh nộ ta, đã đổ máu tươi chúng ra trên đất. 7 Ta sẽ nói đến những sự nhân từ của Đức Giê-hô-va, sự ngợi khen Đức Giê-hô-va, y theo mọi sự Đức Giê-hô-va đã ban cho chúng ta, thuật lại phước lớn Ngài đã ban cho nhà Y-sơ-ra-ên, y theo những sự thương xót sự nhân từ số của Ngài. 8 Ngài phán: Thật, chúng dân ta, tức con cái sẽ chẳng làm dối; vậy Ngài đã làm Đấng Cứu họ. 9 Hễ khi dân Ngài bị khốn khổ, chính Ngài cũng khốn khổ, thiên sứ trước mặt Ngài đã cứu họ rồi. Chính Ngài đã lấy lòng yêu đang thương xót chuộc họ. Ngài đã ẵm bồng, mang họ trong các ngày thuở xưa. 10 Song họ đã bội nghịch, đã làm cho Thần thánh Ngài buồn rầu, Ngài bèn trở làm cừu thù với họ, chính mình Ngài chinh chiến cùng họ. 11 Bấy giờ dân nhớ lại ngày xưa, về Môi-se dân sự người, nói rằng: Nào Đấng đã làm cho dân người chăn bầy vật mình ra khỏi biển đâu? Nào Đấng đã đặt Thần thánh mình giữa dân sự đâu? 12 Đấng lấy cánh tay vinh hiển đi bên tay hữu Môi-se; Đấng đã rẽ nước ra trước mặt họ, đặng rạng danh cùng; 13 Đấng đã dắt dân qua trên sóng đào, như ngựa chạy đồng bằng, không sẩy bước. 14 Thần của Đức Giê-hô-va đã khiến dân sự yên nghỉ, như bầy vật xuống nơi trũng. Cũng vậy, Ngài đã dắt dân mình đi đường, để cho rạng danh vinh hiển mình. 15 Xin Chúa từ trên trời ngó xuống, từ chỗ thánh vinh hiển của Ngài nhìn xem! Chớ nào lòng nóng nảy công việc lớn Ngài đâu? Lòng ước ao sốt sắng sự thương xót của Ngài bị ngăn trở đến cùng tôi. 16 Thật Ngài Cha chúng tôi, dầu Aùp-ra-ham chẳng biết chúng tôi, Y-sơ-ra-ên cũng chẳng nhận chúng tôi; hỡi Đức Giê-hô-va, Ngài Cha chúng tôi, danh Ngài Đấng Cứu chuộc chúng tôi từ trước đời đời. 17 Hỡi Đức Giê-hô-va, sao để chúng tôi lầm lạc xa đường Ngài? sao để lòng chúng tôi cứng cỏi đến nỗi chẳng kính sợ Ngài? Xin hãy cớ các tôi tớ Ngài các chi phái của nghiệp Ngài trở lại! 18 Dân thánh của Ngài được xứ nầy làm kỷ vật chưa bao lâu; kẻ thù chúng tôi đã giày đạp nơi thánh của Ngài. 19 Từ lâu nay chúng tôi đã như một dân không hề được Ngài cai trị, không còn đội danh Ngài nữa.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Η ημέρα της εκδίκησης του Κυρίου

1 Ποιος είνεκείνος που ρχεται από την Εδώμ, με ρούχα κόκκινα απτη Βοσρά; Αυτός με τη λαμπρή στολή που περπατάει με δύναμη μεγάλη; «Εγώ, ο Κύριος, είμαι! Εκείνος που αποδίδω δικαιοσύνη και που να σώζω έχω τη δύναμη». 2 Γιατί είναι κόκκινη η στολή σου και σαν εκείνου που πατάει στο πατητήρι είναι τα ρούχα σου;

3 «Πάτησα μοναχός μου στο πατητήρι. Κανένας δε με βόηθησε απτους λαούς. Απάνω στο θυμό μου τους ποδοπάτησα και τους σύντριψα πάνω στην οργή μου. Έτσι το αίμα τους πιτσίλισε τα ρούχα μου και λέρωσα όλη τη στολή μου. 4 Γιατί στο νου μου είχα να εκδικηθώ μια μέρα τους εχθρούς μου κι ήρθε η χρονιά για να λυτρώσω το λαό μου. 5 Κοίταξα γύρω μου, βοήθεια δεν υπήρχε! Κι έμεινα έκπληκτος που δεν ήταν ούτένας να μου παρασταθεί· έτσι το ίδιο μου το χέρι με βοήθησε και η οργή μου έγινε το στήριγμά μου. 6 Έτσι μες στο θυμό μου ποδοπάτησα τους λαούς και πάνω στην οργή μου τους κομμάτιασα κι έχυσα το αίμα τους στη γη».

Η καλοσύνη του Κυρίου προς τον Ισραήλ

7 Θα θυμηθώ, Κύριε, τις καλοσύνες σου,

εκείνες που μας κάνουν να σε υμνούμε·

όλα όσα έπραξες για μας,

την πλούσια αγαθότητα που έδειξες στον Ισραήλ

χάρη στο έλεός σου,

που ευεργεσίες σκορπίζει.

8 Είπες: «Αλήθεια είναι λαός μου αυτοί,

είναι παιδιά μου

που δε θαπιστήσουν».

Κι έτσι έγινες σωτήρας μας.

9 Μόλες τις θλίψεις μας εσύ θλιβόσουν,

κι ο άγγελος της παρουσίας σου μας έσωσε·

με την αγάπη σου και με την ευσπλαχνία σου

πάντα εσύ μας λύτρωνες· μας σήκωσες,

μας κράτησες στην αγκαλιά σου

όλα τα χρόνια που περάσανε.

10 Εμείς όμως εξεγερθήκαμε

και καταθλίψαμε το άγιο σου το Πνεύμα·

έτσι κι εσύ μας έγινες εχθρός

κι ο ίδιος μάς πολέμησες.

11 Και τότε θυμηθήκαμε τις μέρες τις παλιές

του Μωυσή του δούλουδούλου, σύμφωνα με ορισμένα χειρ. και την αρχαία συριακή μετάφραση. Το εβραϊκό έχει: «λαού». σου.

Κι είπαμε:

«Πού είναυτός που απτο νερό έβγαλε το Μωυσή,

ποιμέναποιμένα, σύμφωνα με ένα εβρ. χειρ. και διάφορες αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει: «ποιμένες». του ποιμνίου του,

κι έβαλε μέσα του το άγιο του το Πνεύμα;

12 Πού είναυτός που τους οδήγησε,

στέκοντας στα δεξιά του Μωυσή,

με το ένδοξό του χέρι,

αυτός που έσκισε μπροστά τους τα νερά,

κι απόκτησε έτσι δόξα αιώνια;

13 Αυτός μέσαπό της θάλασσας τα βάθη τους οδήγησε,

χωρίς καθόλου να σκοντάψουν,

όπως βαδίζει το άλογο στην έρημο.

14 Σαν το κοπάδι που κατηφορίζει

να βρει ασφάλεια στη ρεματιά,

το Πνεύμα του Κυρίου τους οδηγούσε

να βρουν ανάπαυση.

Έτσι εσύ οδηγούσες το λαό σου, Κύριε,

για να δοξάζεσαι αιώνια».

15 Ρίξε ένα βλέμμα, Κύριε, από τον ουρανό,

από την άγια, την ένδοξή σου κατοικία, και δες!

Πού είνη φλογερή αγάπη σου κι η δύναμή σου,

η ευσπλαχνία σου και η στοργή σου;

Τίποταπόλα αυτά δεν αισθανόμαστε.

16 Εσύ είσαι ο Πατέρας μας.

Αλήθεια, ο Αβραάμ δεν μας γνωρίζει,

κι ο Ιακώβ δεν μας αναγνωρίζει.

Εσύ, είσαι, Κύριε, ο Πατέρας μας!

Απτους αιώνες τόνομά σου, είναι «ο Λυτρωτής μας».

17 Γιατί, Κύριε, μας αφήνεις να πλανιόμαστε

από το δρόμο σου μακριά,

και την καρδιά μας τη σκληραίνεις,

έτσι που να μη συπακούμε πια;

Γύρνα πίσω σεμάς, για χάρη των δούλων σου,

για χάρη των φυλών που σου ανήκουν.

18 Μόνο για λίγο, εμείς, ο άγιος λαός σου,

τη γη μας την κρατήσαμε.

Τώρα οι εχθροί μας μόλυναν το αγιαστήριό σου.

19 Έχουμε γίνει σαν ποτέ να μη μας εξουσίαζες,

σαν να μην ήμασταν ποτέ δικοί σου.

Μακάρι νάνοιγες τους ουρανούς και να κατέβαινες,

να τρέμαντα βουνά στην παρουσία σου!

Veja também