1 Gánh nặng về đồng vắng ở gần biển. Nó đến từ đồng vắng, là đất đáng kinh khiếp, khác nào cơn gió lốc vụt qua trong phương nam. 2 Có sự hiện thấy hãi hùng đã tỏ ra cho tôi: kẻ gian dối ở gian dối, kẻ tàn hại làm tàn hại! Hỡi người Ê-lam, hãy lên; Hỡi người Mê-đi, hãy vây đi! Ta sẽ làm cho dứt mọi tiếng than thở nó. 3 Vậy nên lưng ta đau lắm, quặn thắt như đàn bà đang sanh đẻ; sự đau đớn mà ta chịu, làm cho ta không nghe, sự kinh hãi làm cho ta không thấy! 4 Lòng ta mê muội, rất nên khiếp sợ; vốn là chiều hôm ta ưa thích, đã đổi ra sự run rẩy cho ta. 5 Người ta đặt bàn tiệc, cắt kẻ canh giữ; người ta ăn và uống. Hỡi các quan trưởng, hãy chờ dậy! Hãy thoa dầu cho cái thuẫn! 6 Vì Chúa phán cùng tôi như vầy: Hãy đi, sắp đặt vọng canh, thấy việc gì thì báo. 7 Khi nó thấy quân lính cỡi ngựa đi từng cặp, và có lừa cùng lạc đà từng bầy, thì nó phải chăm chỉ mà nghe. 8 Đoạn nó kêu lên như sư tử, mà rằng: Hỡi Chúa, tôi đứng rình nơi chòi trông cả ngày, và đứng tại chỗ tôi canh cả đêm. 9 Nầy, có quân lính cỡi ngựa đi từng cặp mà đến. Nó đáp rằng: Ba-by-lôn đổ xuống rồi, đổ xuống rồi! Mọi hình tượng tà thần của nó đã bể nát trên đất rồi! 10 Hỡi lúa bị đạp của ta, là thóc trên sân kia! sự ta đã nghe từ Đức Giê-hô-va vạn quân, tức là Đức Chúa Trời của Y-sơ-ra-ên, thì ta đã bảo cho ngươi biết. 11 Gánh nặng về Đu-ma. Có người từ Sê-i-rơ kêu tôi rằng: Hỡi người canh, đêm thể nào? Hỡi người canh, đêm thể nào? 12 Người canh đáp rằng: Buổi sáng đến; đêm cũng đến. Nếu muốn hỏi thì hỏi đi; hãy trở lại, hãy đến. 13 Gánh nặng về A-ra-bi. Hỡi đoàn đi buôn ở Đê-đan, sẽ ngủ trong rừng xứ A-ra-bi. Dân cư Thê-ma đã đem nước cho những kẻ khát; 14 đã đón những người trốn đặng cho họ bánh. 15 Vì họ trốn gươm, trốn gươm trần, trốn cung giương ra, trốn sự chiến tranh kinh khiếp. 16 Chúa đã phán cùng tôi như vầy: Trong một năm nữa, kể như năm kẻ ở mướn, cả sự vinh hiển của Kê-đa sẽ hao mòn. 17 Những kẻ cầm cung mạnh mẽ, là con cái của Kê-đa, sẽ sót lại chẳng bao lăm. Vì Giê-hô-va, Đức Chúa Trời của Y-sơ-ra-ên, đã phán vậy.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.
Όραμα για την υποταγή της Βαβυλώνας
1 Εξαγγελία για την «έρημο κοντά στη θάλασσα».έρημο κοντά στη θάλασσα. Έκφραση αινιγματική. Ίσως πρόκειται για μετάφραση του ασσυριακού matt tamti (χώρα της θάλασσας), που χαρακτήριζε την νοτίως της Βαβυλώνος περιοχή της Μεσοποταμίας.
Όπως σαρώνουν οι ανεμοστρόβιλοι τη γη του νότου, έτσι θα έρθει ο εχθρός από την έρημο, από μια χώρα τρομερή. 2 Όραμα σκληρό μού φανερώθηκε: «Ο προδότης προδίδει, ο εξολοθρευτής εξολοθρεύει. Ανέβα Ελάμ κι εσύ Μηδία, πολιόρκησε! Θα δώσω τέλος σ’ όλους τους στεναγμούς των υποδουλωμένων».
3 Γι’ αυτό η μέση μου ολόκληρη υποφέρει, με ζώσαν πόνοι σαν τους πόνους της γυναίκας που γεννά. Ταράχτηκα απ’ αυτό που άκουσα, τρόμαξα απ’ αυτό που είδα. 4 Κλονίζεται η καρδιά μου, ο τρόμος με κυρίεψε· σούρουπο που το πρόσμενα έγινε φρίκη εντός μου.
5 Στη Βαβυλώνα βλέπω τραπέζι να ετοιμάζουν, να στρώνουν τα ταπέτα, να τρώνε και να πίνουν. Ξάφνου κραυγή ακούγεται: «Άρχοντες σηκωθείτε, ετοιμάστε τις ασπίδες σας!»
6 Ο Κύριος μου είπε να πάω να βάλω ένα σκοπό για ν’ αναγγέλλει ό,τι βλέπει. 7 Κι αν δει άντρες να έρχονται πάνω σε άμαξες πολεμικές με δύο άλογα ή καβάλα πάνω σε γαϊδούρια και καμήλες, να δώσει μεγάλη προσοχή.
8 Φώναξε τότε ο σκοπός: «Αφεντικό, στέκομαι στη σκοπιά μου όλη μέρα, παρατηρώ όλη τη νύχτα! 9 Πρόσεξε· έρχονται κατά ’δω στρατεύματα πάνω σε άμαξες πολεμικές με δύο άλογα». Πήρε πάλι το λόγο ο σκοπός και είπε: «Έπεσε, έπεσε η Βαβυλώνα και καταγής συντρίφτηκαν όλα τα είδωλα των θεών της».
10 Τυραννισμένε μου λαέ που σε αλωνίσανε! Αυτό που άκουσα από τον Κύριο του σύμπαντος, απ’ το Θεό του Ισραήλ, αυτό σου αναγγέλλω.
Πόσο θα κρατήσει η νύχτα;
11 Εξαγγελία για τη Δουμά.Δουμά. Όαση ανατολικά της ορεινής χώρας Σηείρ (Εδώμ).
Ακούω να φωνάζουν από τη Σηείρ: «Φρουρέ, πόσο η νύχτα θα κρατήσει; Πότε θα τελειώσει;» 12 «Έρχεται το ξημέρωμα», αποκρίνεται ο φρουρός, «αλλά είναι νύχτα ακόμα. Αν θέλετε να ξαναρωτήσετε, ελάτε πάλι».
Συμφορά εναντίον της Δαιδάν και του Κηδάρ
13 Εξαγγελία για την Αραβία.
Μέσα στους θάμνους, στην έρημο της Αραβίας, θα διανυκτερεύετε εσείς, των Δαιδανιτών καραβάνια.
14 Βγείτε να συναντήσετε τους διψασμένους! Φέρτε τους νερό, φέρτε ψωμί για τους φυγάδες, εσείς που κατοικείτε στη Θαιμάν! 15 Φεύγουν για να γλιτώσουν απ’ το ξίφος, απ’ το ξεγυμνωμένο το σπαθί, από το τεντωμένο τόξο, από της μάχης την ορμή.
16 Και να τι μου είπ’ ο Κύριος: «Ύστερα από ένα χρόνο ακριβώς, όλη η δόξα του Κηδάρ θα έχει πάρει τέλος. 17 Και το υπόλοιπο απ’ τους γενναίους τοξότες, απογόνους του Κηδάρ θα είναι ελάχιστο. Εγώ ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ το λέω».