Pular para o conteúdo
Publicidade

Ê-SAI 50

TGVD

1 Đức Giê-hô-va phán như vầy: Chớ nào tờ để ta đã để mẹ các ngươi ra đâu? Ai người chủ nợ ta đã bán các ngươi cho? Nầy, các ngươi bị bán, tại tội lỗi mình; mẹ các ngươi bị bỏ, tại sự bội nghịch các ngươi. 2 Cớ sao khi ta đến, chẳng thấy người nào? Cớ sao khi ta gọi, chẳng ai thưa lại? Tay ta ngắn quá không chuộc được sao? hay sức ta không đủ cứu được sao? Nầy, ta chỉ nạt một cái thì biển liền cạn. Ta biến sông thành đồng vắng; dưới sông khan nước phải chết khát, hóa ra hôi thối. 3 Ta lấy sự tối tăm mặc cho các từng trời, khoác cho một cái bao gai. 4 Chúa Giê-hô-va đã ban cho ta cái lưỡi của người được dạy dỗ, hầu cho ta biết dùng lời nói nâng đỡ kẻ mệt mỏi. Ngài đánh thức ta mỗi buổi sớm mai, đánh thức tai ta để nghe lời Ngài dạy, như học trò vậy. 5 Thật, Chúa Giê-hô-va đã mở tai ta, ta không trái nghịch, cũng không giựt lùi. 6 Ta đã đưa lưng cho kẻ đánh ta, đưa cho kẻ nhổ râu ta; ai mắng hoặc giổ trên ta, ta chẳng hề che mặt. 7 Chúa Giê-hô-va sẽ giúp ta, nên ta chẳng bị mắc cỡ; vậy ta làm cho mặt ta cứng như đá; biết mình sẽ chẳng điều chi xấu hổ. 8 Đấng xưng ta công bình đã đến gần; ai dám kiện với ta? Hãy cùng ta đều đứng lên! Ai kẻ đối địch ta? Hãy lại gần ta! 9 Thật, Chúa Giê-hô-va sẽ đến giúp ta: Ai định tội lỗi ta được? Nầy, hết thảy chúng sẽ đi như áo, bị sâu cắn rách. 10 Trong vòng các ngươi nào ai kính sợ Đức Giê-hô-va, nghe tiếng của tôi tớ Ngài? Kẻ nào đi trong tối tăm không sự sáng thì hãy trông cậy danh Đức Giê-hô-va, hãy nương nhờ Đức Chúa Trời mình. 11 Kìa, hết thảy các ngươi kẻ thắp lửa đốt đuốc vây lấy mình, thì hãy đi giữa ngọn lửa mình giữa những đuốc mình đã đốt! Aáy sự tay ta đã làm cho các ngươi, các ngươi sẽ nằm trong sự buồn bực!

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Ο Θεός αποκρίνεται στα παράπονα του λαού του

1 Ο Κύριος λέει: «Νομίζετε πως χώρισα τη μάνα σας; πού είναι το έγγραφο του διαζυγίου; Λέτε ότι δούλους σάς πούλησα στο δανειστή μου. Όχι! Αν πουληθήκατε είναι για τις ανομίες σας· και η μάνα σας διώχτηκε μακριά για τις παραβάσεις σας.

2 »Όταν ήρθα και φώναξα, γιατί δεν ήτανε κανείς εκεί ναποκριθεί; Είναι μήπως μικρό το χέρι μου να δώσει λύτρωση; ή δεν έχω τη δύναμη να σώσω;

»Εγώ με μια μου προσταγή τη θάλασσα ξεραίνω, κάνω τους ποταμούς να γίνουν έρημος· τα ψάρια τους χωρίς νερό ψοφούν. 3 Τους ουρανούς τούς ντύνω με σκοτάδι, τους σκεπάζω με ρούχο πένθιμο».

Η υπακοή του δούλου του Κυρίου

4 Ο Κύριος, ο Θεός, μού δωσε γλώσσα μαθητή, για να μπορούν τα λόγια μου τον κουρασμένο να εμψυχώνουν. Κάθε πρωί με κάνει να περιμένω άπληστα σαν μαθητής τη διδαχή νακούσω. 5 Ο Κύριος ο Θεός την ακοή μου άνοιξε, κι εγώ δεν αντιστάθηκα ούτε στα πίσω στράφηκα να φύγω. 6 Τη ράχη μου έδωσα σαυτούς που με μαστίγωναν και το σαγόνι μου σαυτούς που μου ξερίζωναν τα γένια· δεν έκρυψα το πρόσωπό μου όταν με βρίζανε και μέφτυναν.

7 Ο Κύριος όμως ο Θεός θα με βοηθήσει· γιαυτό και δε θα ντροπιαστώ. Γιαυτό και σκλήρυνα το πρόσωπό μου, να γίνει σαν την πέτρα που δεν αισθάνεται, και ξέρω πως δε θαπογοητευτώ. 8 Αυτός, που θα με δικαιώσει είναι κοντά· μαζί μου ποιος θαντιδικήσει; Ας παρουσιαστούμε στο δικαστήριο μαζί! Ποιος θα ναι αντίδικός μου; Ας με πλησιάσει.

9 Ο Κύριος ο Θεός θα με βοηθήσει· ποιος, λοιπόν, θα με βγάλει ένοχο; Καθώς το ρούχο θα παλιώσουν όλοι τους, ο σκόρος θα τους φάει. 10 Όποιος ανάμεσά σας σέβεται τον Κύριο, του δούλου του ας υπακούσει τη φωνή. Ακόμη κι αν βαδίζει στο σκοτάδι χωρίς καθόλου φως, στόνομα του Κυρίου ας εμπιστεύεται κι ας βρίσκει στήριγμα στο Θεό του. 11 Κι όλοι εσείς που ανάβετε φωτιές και σκορπάτε γύρω την καταστροφή με τους δαυλούς σας, θαφανιστείτε από τη φλόγα της δικής σας της φωτιάς και απτους δαυλούς που εσείς οι ίδιοι ανάψατε. Ετούτο από τον Κύριο θα σας συμβεί: Θα πέσετε κάτω βαθιά στον τόπο των βασάνων.

Veja também