Pular para o conteúdo
Publicidade

Ê-SAI 9

TGVD

1 (08-23) Nhưng, cho người đã chịu buồn rầu thì sẽ không sự mờ mịt. Trong đời xưa Đức Chúa Trời đã hạ đất Sa-bu-lôn đất Nép-ta-li xuống; nhưng trong k" sau Ngài đã làm cho đất gần biển, tức nơi bên kia sông Giô-đanh, trong xứ Ga-li-lê của dân ngoại, được vinh hiển. 2 (09-1) Dân đi trong nơi tối tăm đã thấy sự sáng lớn; sự sáng đã chiếu trên những kẻ xứ thuộc về bóng của sự chết. 3 (09-2) Chúa đã làm cho dân nầy thêm nhiều; thêm sự vui cho họ. Mọi người đều vui mừng trước mặt Chúa, như vui mừng trong ngày mùa gặt, như người ta reo vui trong lúc chia của cướp. 4 (09-3) Chúa đã bẻ cái ách họ mang, cái roi đánh trên vai họ, cái gậy của kẻ hiếp, như trong ngày của Ma-đi-an. 5 (09-4) Cả giày dép của kẻ đánh giặc trong khi giao chiến, cùng cả áo xống vấy máu, đều dùng để đốt làm đồ chụm lửa. 6 (09-5) một con trẻ sanh cho chúng ta, tức một con trai ban cho chúng ta; quyền cai trị sẽ nấy trên vai Ngài. Ngài sẽ được xưng Đấng Lạ lùng, Đấng Mưu luận, Đức Chúa Trời Quyền năng, Cha Đời đời, Chúa Bình an. 7 (09-6) Quyền cai trị sự bình an của Ngài cứ thêm mãi không thôi, trên ngôi Đa-vít trên nước Ngài, đặng làm cho nước bền vững, lập lên trong sự chánh trực công bình, từ nay cho đến đời đời. Thật, lòng sốt sắng của Đức Giê-hô-va vạn quân sẽ làm nên sự ấy! 8 (09-7) Chúa đã giáng một lời trong Gia-cốp, lời ấy đổ xuống trên Y-sơ-ra-ên. 9 (09-8) Cả dân sẽ biết điều đó, tức Eùp-ra-im cùng dân Sa-ma-ri, họ đem lòng kiêu căng thị nói rằng: 10 (09-9) Gạch đã đổ, nhưng chúng ta sẽ xây bằng đá đẽo; cây sung đã bị đốn, nhưng chúng ta sẽ thay bằng cây hương bách. 11 (09-10) Vậy nên, Đức Giê-hô-va sẽ khiến kẻ đối địch Rê-xin dấy lên nghịch cùng dân sự, khích chọc kẻ cừu thù, 12 (09-11) dân Sy-ri đằng trước, dân Phi-li-tin đằng sau, hả miệng nuốt Y-sơ-ra-ên. Dầu vậy, cơn giận Ngài chẳng lánh khỏi, nhưng tay Ngài còn giơ ra! 13 (09-12) Nhưng dân sự chẳng xây về Đấng đánh mình, chẳng tin Đức Giê-hô-va vạn quân. 14 (09-13) Cho nên chỉ trong một ngày, Đức Giê-hô-va sẽ dứt đầu đuôi, cây cây lác của Y-sơ-ra-ên. 15 (09-14) Đầu, tức trưởng lão kẻ tôn trọng; đuôi, tức người tiên tri dạy sự nói dối. 16 (09-15) Những kẻ dắt dân nầy làm cho họ sai lạc, còn những kẻ chịu dắt bị diệt mất. 17 (09-16) Vậy nên, Chúa chẳng đẹp lòng về bọn trai trẻ của họ, chẳng thương xót đến kẻ mồ côi góa bụa chút nào; họ đều khinh lờn, gian ác, miệng nào cũng nói điều càn dỡ. Dầu vậy, cơn giận Ngài chẳng lánh khỏi, nhưng tay Ngài còn giơ ra! 18 (09-17) sự hung ác hừng lên như lửa thiêu cháy gai gốc chà chuôm, đốt các nơi rậm trong rừng, trụ khói cuộn lên. 19 (09-18) Đất bị thiêu đốt bởi cơn giận của Đức Giê-hô-va vạn quân, dân sự trở nên mồi của lửa; chẳng ai thương tiếc anh em mình. 20 (09-19) kẻ cướp bên hữu, vẫn cứ đói; kẻ ăn bên tả, chẳng được no; ai nấy ăn thịt chính cánh tay mình. 21 (09-20) Ma-na-se nghịch cùng Eùp-ra-im, Eùp-ra-im nghịch cùng Ma-na-se, cả hai đều nghịch cùng Giu-đa! Dầu vậy, cơn giận của Đức Giê-hô-va chẳng lánh khỏi, nhưng tay Ngài còn giơ ra.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

1 Ο λαός που βάδιζε μες στα σκοτάδια είδε ένα φως λαμπρό· και λάμπει φως πάνω σαυτούς που κατοικούνε σε τόπο σκοτεινό. 2 Μυριάριθμο κάνεις το έθνος, Κύριε, του αυξαίνεις τη χαρά· χαίρονται μπρος σου όπως χαίρονται στο θέρο, όπως πανηγυρίζουν όταν μοιράζονται τα λάφυρα. 3 Διότι σύντριψες το βαρύ ζυγό τους και το ραβδί που χτύπαγε τους ώμους τους, το μαστίγιο του δυνάστη τους, καθώς τότε που νίκησες το λαό της Μαδιάμ. 4 Κάθε βαρύγδουπο υπόδημα πολεμιστή, κάθε στολή στο αίμα βουτηγμένη θα καεί, τροφή θα γίνει της φωτιάς.

5 Διότι γεννήθηκε για μας ένα παιδί, μας δόθηκε ένας γιος· πάνω στους ώμους του η εξουσία θα μένει και τόνομά του θα ναι: Σύμβουλος θαυμαστός, Θεός ισχυρός, αιώνιος Πατέρας και της Ειρήνης Άρχοντας. 6 Μεγάλη θα ναι η εξουσία του, και η ειρήνη ατέλειωτη· στο θρόνο θα καθίσει του Δαβίδ και το βασίλειό του θα το θεμελιώσει και θα το στηρίξει στο δίκαιο και στο σωστό από τώρα και για πάντα. Αυτό θα το κάνει η φλογερή αγάπη του Κυρίου του σύμπαντος.

Οργή του Κυρίου εναντίον του Ισραήλ

7 Κατά των απογόνων του Ιακώβ, κατά του βασιλείου του Ισραήλ έβγαλεΕδώ συνεχίζεται το κείμενο που είχε διακοπεί στο 5:30. ο Κύριος την καταδικαστική του απόφαση. 8 Την ένιωσε όλος ο λαός του Εφραΐμ, και της Σαμάρειας οι κάτοικοι. Παρόλα αυτά λένε με αλαζονεία και έπαρση: 9 «Τα πλίθινα σπίτια έπεσαν, μα εμείς με πέτρες θα τα ξαναχτίσουμε πελεκητές· σπάσανε τα δοκάρια που ήταν από συκομουριά, μα εμείς κέδρινα θα βάλουμε στη θέση τους». 10 Ο Κύριος εναντίον τους ξεσήκωσε τους αντιπάλους τουςτους αντιπάλους τους, το πιθανό κείμενο. Το εβρ. έχει «τους αντιπάλους του Ρεσίν». και παρακίνησε τους εχθρούς τους, 11 τους Συρίους από την ανατολή και τους Φιλισταίους από τη δύση, που άνοιξαν το στόμα τους να καταπιούν τον Ισραήλ. Και μόλα αυτά δεν έπαψε ο θυμός του, το χέρι του έμεινε μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει πάλι.

12 Μα ο λαός δεν επιστράφηκε σαυτόν που τον τιμώρησε ούτε και αναζήτησε τον Κύριο του σύμπαντος. 13 Γιαυτό κι ο Κύριος θα κόψει του Ισραήλ το κεφάλι και την ουρά, το φοίνικα και το καλάμι, σε μια και μόνο μέρα. 14 Οι σύμβουλοι και οι προύχοντες, αυτοί είναι το κεφάλι· και οι προφήτες που διδάσκουν ψεύδη, αυτοί είναι η ουρά. 15 Οι αρχηγοί αυτού του λαού τον παραπλανούν, κι όσοι οδηγούνται από κείνους, χάνονται. 16 Γιαυτό ο Κύριος δε θα λυπηθεί τα νέα παιδιά τους, ούτε θα σπλαχνιστεί τα ορφανά τους και τις χήρες τους. Γιατί είναι όλοι ασεβείς και μοχθηροί και πρόστυχο είναι ό,τι και να πούνε. Και μόλα αυτά δεν έπαψε ο θυμός του, το χέρι του έμεινε μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει πάλι.

17 Απλώνεται η κακία σαν τη φωτιά που κατατρώει αγκάθια και τριβόλια κι ανάβει σύδεντρα από θάμνους μες στο δάσος και κάνει νανεβαίνουνε σαν σίφουνας στρόβιλοι από καπνό. 18 Ο Κύριος του σύμπαντος οργίστηκε· γιαυτό και φλέγεται η χώρα και γίνεται ο λαός για τη φωτιά τροφή. Κανείς τον άλλον δε γλιτώνει. 19 Αρπάζει από δεξιά, αλλά πεινάει· τρώει από αριστερά μα δε χορταίνει. Καθένας τρώει εκείνον που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. 20 Ο Μανασσής και ο Εφραΐμ αλληλοτρώγονται κι οι δύο μαζί πέφτουνε πάνω στον Ιούδα. Και μόλα αυτά δεν έπαψε ο θυμός του, το χέρι του έμεινε μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει πάλι.

Veja também