1 Khốn cho A-ri-ên, cho A-ri-ên, là thành Đa-vít đã đóng trại! Năm lại thêm năm, trải qua các kỳ lễ. 2 Bấy giờ ta sẽ làm cho A-ri-ên thắt ngặt; tại đó sẽ có tang chế than vãn; nhưng nó vẫn còn làm A-ri-ên cho ta. 3 Ta sẽ đóng trại vây ngươi, lập đồn hãm ngươi, đắp lũy nghịch cùng ngươi. 4 Ngươi sẽ bị hạ xuống, nói ra từ dưới đất, giọng ngươi rầm rĩ từ bụi đất mà ra. Tiếng ngươi lên khỏi đất giống tiếng đồng bóng, lời nói ngươi thỏ thẻ ra từ bụi đất. 5 Nhưng muôn vàn kẻ thù ngươi sẽ như bụi nhỏ, lũ cường bạo như trấu bay đi; sự đó sẽ xảy đến thình lình chỉ trong một lát. 6 Đức Giê-hô-va vạn quân sẽ dùng sấm sét, động đất, tiếng ầm, gió lốc, bão, và ngọn lửa thiêu nuốt mà thăm phạt nó. 7 Như chiêm bao, như sự hiện thấy trong ban đêm thể nào, thì quân chúng của mọi nước đánh A-ri-ên, hết thảy đều hãm thành và đồn lũy, mà ép riết nó, cũng thể ấy. 8 Như người đói chiêm bao thấy ăn, mà thức dậy, bụng vẫn trống; như người khát chiêm bao thấy uống, mà thức dậy, nghe trong mình kiệt đi và khát khao, cả quân chúng của mọi nước đánh núi Si-ôn khác nào như vậy. 9 Hãy sững sờ và kinh hãi! Hãy mù mắt và quáng lòa! Họ say, nhưng không phải vì rượu; xoàng ba, nhưng không phải bởi rượu mạnh. 10 Vì Đức Giê-hô-va đã rải thần ngủ mê khắp trên các ngươi; đã bịt mắt các ngươi, tức là các kẻ tiên tri; đã trùm đầu các ngươi, tức là các kẻ tiên kiến. 11 Vậy nên mọi sự hiện thấy đối với các ngươi đã nên như lời của quyển sách đóng ấn, đưa cho người biết đọc, mà rằng: Xin đọc sách nầy! thì nó trả lời rằng: Tôi không đọc được, vì sách nầy có đóng ấn; 12 hoặc đưa cho người không biết đọc, mà rằng: Xin đọc sách nầy! thì nó rằng: Tôi không biết đọc. 13 Chúa có phán rằng: Vì dân nầy chỉ lấy miệng tới gần ta, lấy môi miếng tôn ta, mà lòng chúng nó thì cách xa ta lắm; sự chúng nó kính sợ ta chẳng qua là điều răn của loài người, bởi loài người dạy cho; 14 Vì cớ đó, ta sẽ cứ làm việc lạ lùng giữa dân nầy, sự lạ rất là lạ, đến nỗi sự khôn ngoan của người khôn ngoan sẽ ra hư không, sự thông sáng của người thông sáng sẽ bị giấu. 15 Khốn thay cho những kẻ giấu kín mưu mình cách thẳm sâu khỏi Đức Giê-hô-va, làm việc mình trong xó tối, và nói rằng: Ai thấy ta, ai biết ta? 16 Các ngươi thật là trái ngược quá, há nên xem người thợ gốm như đất sét sao? Đồ vật há được nói về kẻ làm nên mình rằng: Nó chẳng làm ra ta? Cái bình há được nói về kẻ tạo mình rằng: Nó chẳng có trí hiểu đâu. 17 Chẳng phải còn ít lâu nữa, thì Li-ban sẽ đổi làm ruộng tốt, và ruộng tốt sẽ được kể như rừng rậm sao? 18 Trong ngày đó, kẻ điếc sẽ nghe những lời trong sách; con mắt của kẻ đui sẽ xem thấy từ sự tối tăm mù mịt. 19 Những người nhu mì cũng sẽ được thêm sự vui vẻ trong Đức Giê-hô-va, những kẻ nghèo khổ trong loài người sẽ nhân Đấng Thánh của Y-sơ-ra-ên mà mừng rỡ. 20 Vì người bạo ngược đã bị diệt; kẻ khinh lờn đã mất đi, phàm những kẻ nhân dịp làm sự ác đã bị trừ tiệt, 21 tức những kẻ lấy lời nói định tội người ta, gài bẫy cho những người kiện cáo trước cửa, lấy sự hư không làm khuất công bình. 22 Vậy nên, Đức Giê-hô-va, là Đấng đã chuộc Aùp-ra-ham, có phán về nhà Gia-cốp như vầy: Gia-cốp sẽ không còn hổ thẹn, và mặt nó sẽ chẳng tái nữa. 23 Nhưng khi nó thấy các con trai mình là việc tay ta làm ra giữa họ, thì sẽ tôn danh ta là thánh; tôn sùng Đấng Thánh của Gia-cốp, kính sợ Đức Chúa Trời của Y-sơ-ra-ên. 24 Những kẻ lòng vốn sai lầm sẽ trở nên khôn sáng, kẻ hay oán trách sẽ được dạy dỗ.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.
Απειλή και απρόσμενη βοήθεια για την Ιερουσαλήμ
1 Αλίμονο σ’ εσένα πόλη, όπου βρίσκεται το θυσιαστήριο του Θεού,Αλίμονο... Θεού. Κατά λέξη: «Αλίμονό σου Αριήλ, Αριήλ». Η έννοια του Αριήλ είναι ασαφής. Κατά το Ιεζ 43:15-16 πιθανόν σημαίνει το επάνω μέρος του θυσιαστηρίου όπου έκαιγαν τις θυσίες (τη σχάρα). Εδώ η Ιερουσαλήμ καλείται έτσι ως το κέντρο της λατρείας. πόλη όπου στρατοπέδευσε ο Δαβίδ! Άσε τα χρόνια να κυλούν και γιόρταζε τον κύκλο των εορτών σου. 2 Εγώ θα σου φέρω θλίψη, κι άλλο δε θα ’ναι εκεί παρά θρήνος και στεναγμός. Θα γίνεις πραγματικά εστία φωτιάς του θυσιαστηρίου για μένα. 3 Εγώ ο ίδιος θα στρατοπεδεύσω ολόγυρά σου· θα σε πολιορκήσω με χαρακώματα και θα υψώσω εναντίον σου πύργους πολιορκητικούς. 4 Τότε θα πέσεις τόσο χαμηλά, που η φωνή σου θα μοιάζει να ’ρχεται απ’ τα βάθη της γης, πνιγμένη θα φτάνει μέσα απ’ το χώμα, θ’ ακούγεται σαν τη φωνή φαντάσματος· κι ο λόγος σου σαν ψίθυρος θα βγαίνει μέσα απ’ τη γη.
5 Αλλά σαν σύννεφο σκόνης θα γίνουν τα πλήθη αυτών που σε περικυκλώνουν, σαν άχυρο στον άνεμο οι φοβερές ορδές αυτών που σου επιτίθενται. Κι αυτό θα γίνει ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή. 6 Θα σε επισκεφθώ εγώ, ο Κύριος του σύμπαντος, με βροντή, με σεισμό και ήχο δυνατό, με κυκλώνα, με θύελλα και φλόγα καταστροφικής φωτιάς. 7 Τότε σαν όνειρο, σαν όραμα νυχτερινό, θα διαλυθεί το πλήθος των εθνών που θα βαδίσουν ενάντια στην πόλη όπου βρίσκεται το θυσιαστήριό μου· ναι, το πλήθος όλων εκείνων που θα πολεμήσουν ενάντια σ’ αυτήν και στα οχυρά της, και θα την κυκλώσουν.
8 Ο πεινασμένος ονειρεύεται πως τρώει, αλλά ξυπνάει με άδειο το στομάχι· ο διψασμένος ονειρεύεται πως πίνει, αλλά ξυπνάει εξαντλημένος, με το λαρύγγι του στεγνό. Έτσι θα γίνει με το πλήθος των εθνών που εκστρατεύουν ενάντια στ’ όρος Σιών.
Τύφλωση και υποκρισία του λαού Ισραήλ
9 Συμπεριφερθείτε σαν ανόητοι και θα γίνετε ανόητοι· συμπεριφερθείτε σαν τυφλοί και θα γίνετε τυφλοί! Είστε μεθυσμένοι, αλλά χωρίς κρασί· τρικλίζετε, αλλά όχι από ποτό μεθυστικό. 10 Γιατί ο Κύριος σας αποκοίμισε· έκλεισε τα μάτια σας, δηλαδή τους Βλέποντες, σκέπασε τα κεφάλια σας, δηλαδή τους Βλέποντες.
11 Όλα τα προφητικά οράματα έγιναν για σας σαν ένα σφραγισμένο βιβλίο, που το δίνουν σ’ έναν που ξέρει ανάγνωση και του λένε: «Διάβασέ το»· κι εκείνος απαντάει: «Δεν μπορώ, γιατί είναι σφραγισμένο». 12 Ή δίνουν το βιβλίο σ’ έναν που δεν ξέρει ανάγνωση και του λένε: «Διάβασέ το»· κι εκείνος απαντάει: «Δεν ξέρω ανάγνωση».
13 Ο Κύριος λέει: «Ο λαός αυτός με το στόμα του με πλησιάζει, και με τα χείλη του με τιμάει, ενώ η καρδιά του βρίσκεται μακριά από μένα· με σέβονται σύμφωνα με ανθρώπινες εντολές που έχουν μάθει. 14 Γι’ αυτό θα συνεχίσω να κάνω στο λαό αυτόν έργα θαυμαστά, ώστε η σοφία των σοφών του να χαθεί και η σύνεση των συνετών του να εξαφανιστεί».
15 Αλίμονο σ’ εκείνους που κρύβουν τα σχέδιά τους από τον Κύριο, που κάνουν τα έργα τους στο σκοτάδι, και λένε: «Ποιος μας βλέπει; ποιος ξέρει τι κάνουμε τώρα;» 16 Τι διαστροφή! Μπορεί να εξισωθεί ο κεραμοποιός με τον πηλό; Μπορεί ένα έργο να πει γι’ αυτόν που το έφτιαξε: «Δεν μ’ έφτιαξε αυτός»; Ή ένα πήλινο δοχείο να πει για τον αγγειοπλάστη του: «Αυτός δεν ξέρει τι κάνει»;
Απολύτρωση του λαού Ισραήλ
17 Ακόμα λίγο κι ο Λίβανος θα μεταμορφωθεί σε καρποφόρο κήπο, κι ο καρποφόρος κήπος σε δάσος. 18 Τότε θ’ ακούσουν οι κουφοί τα λόγια του βιβλίου, και βγαίνοντας απ’ την ομίχλη και το σκοτάδι τα μάτια των τυφλών θα δουν. 19 Κι όλο και περισσότερο θα χαίρονται οι ταπεινοί κοντά στον Κύριο, οι φτωχοί θα ευφραίνονται για τον Άγιο Θεό του Ισραήλ. 20 Τότε θ’ αφανιστεί ο τύραννος και θα εξολοθρευτεί ο χλευαστής· θα εξοντωθούν όλοι οι κακόβουλοι, 21 αυτοί που με τα λόγια τους φέρνουν την καταδίκη, στην πύλη στήνουνε παγίδα στο δικαστή και με ψευτιές τη δικαίωση του αθώου εμποδίζουν.
22 Για τούτο να τι λέει στους απογόνους του Ιακώβ ο Κύριος, αυτός που λύτρωσε τον Αβραάμ: «Από ’δω κι εμπρός ο λαός του Ιακώβ δεν πρόκειται πια να ντροπιαστεί, ούτε ποτέ να τρομοκρατηθεί· 23 γιατί όταν δουν οι απόγονοι του Ιακώβ τα έργα που εγώ θα κάνω ανάμεσά τους, θα λατρέψουν εμένα. Θα λατρέψουν τον Άγιο Θεό του Ιακώβ, θα φοβηθούν το Θεό του Ισραήλ. 24 Εκείνοι που το πνεύμα τους πλανήθηκε, θα μάθουν σύνεση· κι εκείνοι που αντιλέγουν θα δεχτούν τη διδαχή».