1 Meu filho, se você aceitou ser fiador de seu amigo
ou se concordou em garantir a dívida de um estranho,
2 se caiu numa armadilha por causa do acordo feito
e se está preso por suas palavras,
3 siga meu conselho e livre-se dessa obrigação,
pois você se colocou nas mãos de seu amigo.
Procure-o, humilhe-se
e insista com ele.
4 Não deixe para amanhã;
não descanse enquanto não resolver essa situação.
5 Livre-se como a gazela que escapa do caçador,
como o pássaro que foge da rede.
6 Aprenda com a formiga, preguiçoso!
Observe como ela age e seja sábio.
7 Embora não tenha príncipe,
nem autoridade, nem governante,
8 ela trabalha duro durante todo o verão,
juntando comida para o inverno.
9 Mas você, preguiçoso, até quando dormirá?
Quando sairá da cama?
10 Um pouco mais de sono, mais um cochilo,
mais um descanso com os braços cruzados,
11 e a pobreza o assaltará como um bandido;
a escassez o atacará como um ladrão armado.
12 Como são os desprezíveis e os perversos?
Eles vivem mentindo:
13 demonstram sua falsidade com um piscar de olho,
com um movimento do pé ou por sinais com os dedos.
14 Seu coração pervertido trama a maldade,
e andam sempre criando problemas.
15 Por isso, serão destruídos de repente,
despedaçados num instante sem que possam se recuperar.
16 Há seis coisas que o Senhor odeia,
ou melhor, sete coisas que ele considera detestáveis:
17 olhos arrogantes,
língua mentirosa,
mãos que matam o inocente,
18 coração que trama a maldade,
pés que se apressam em fazer o mal,
19 testemunha falsa que diz mentiras,
e aquele que semeia desentendimento entre irmãos.
20 Meu filho, obedeça aos mandamentos de seu pai
e não deixe de lado a instrução de sua mãe.
21 Guarde as palavras deles em seu coração
e amarre-as em seu pescoço.
22 Quando você andar, os conselhos de seus pais o guiarão;
quando dormir, eles o protegerão;
quando acordar, eles o orientarão.
23 Pois o mandamento é lâmpada,
e a instrução é luz;
e as correções da disciplina
são o caminho que conduz à vida.
24 Eles o protegerão da mulher imoral,
das palavras sedutoras da promíscua.
25 Não cobice sua beleza;
não deixe que seus olhares o seduzam.
26 Pois a prostituta o levará à pobreza,
mas dormir com a esposa de outro homem lhe custará a vida.
27 Pode um homem carregar fogo junto ao peito
sem que a roupa se queime?
28 Pode alguém caminhar sobre brasas
sem que os pés se queimem?
29 Assim acontece com quem dorme com a mulher de outro;
aquele que a toca não ficará sem castigo.
30 Pode-se encontrar desculpa para o ladrão
que rouba porque está com fome.
31 Ainda assim, se for apanhado, terá de pagar sete vezes o que roubou,
mesmo que precise vender tudo que há em sua casa.
32 Mas o homem que comete adultério não tem juízo,
pois destrói a si mesmo.
33 Será ferido e desonrado,
e sua vergonha jamais se apagará.
34 Porque o marido ciumento ficará furioso
e não terá misericórdia quando se vingar.
35 Não aceitará compensação alguma,
nem se satisfará com os presentes mais valiosos.
Copyright© 2017 por Editora Mundo Cristão. Todos os direitos reservados em língua portuguesa. A Nova Versão Transformadora (NVT) e seu logotipo são marcas registradas. Usados com permissão.
1 Υιε μου, εαν εγεινας εγγυητης δια τον φιλον σου, εαν εδωκας την χειρα σου εις ξενον,2 επαγιδευθης δια των λογων του στοματος σου, επιασθης δια των λογων του στοματος σου·3 Καμε λοιπον τουτο, υιε μου, και σωζου, επειδη ηλθες εις τας χειρας του φιλου σου· υπαγε, μη αποκαμης, και βιαζε τον φιλον σου.4 Μη δωσης υπνον εις τους οφθαλμους σου, μηδε νυσταγμον εις τα βλεφαρα σου·5 Σωζου, ως δορκαδιον εκ χειρος του κυνηγου και ως πτηνον εκ χειρος του ιξευτου.6 Υπαγε προς τον μυρμηκα, ω οκνηρε· παρατηρησον τας οδους αυτου και γινου σοφος·7 οστις μη εχων αρχοντα, επιστατην η κυβερνητην,8 ετοιμαζει την τροφην αυτου το θερος, συναγει τας τροφας αυτου εν τω θερισμω.9 Εως ποτε θελεις κοιμασθαι, οκνηρε; ποτε θελεις σηκωθη εκ του υπνου σου;10 Ολιγος υπνος, ολιγος νυσταγμος, ολιγη συμπλοκη των χειρων εις τον υπνον·11 Επειτα η πτωχεια σου ερχεται ως ταχυδρομος, και η ενδεια σου ως ανηρ ενοπλος.12 Ο αχρειος ανθρωπος, ο κακοτροπος ανθρωπος, περιπατει με στομα διεστραμμενον·13 Καμνει νευμα δια των οφθαλμων αυτου, σημαινει δια των ποδων αυτου, διδασκει δια των δακτυλων αυτου·14 μετα διεστραμμενης καρδιας μηχαναται κακα εν παντι καιρω· εγειρει εριδας·15 δια τουτο εξαιφνης θελει επελθει η απωλεια αυτου· εξαιφνης θελει συντριφθη ανιατως.16 Ταυτα τα εξ μισει ο Κυριος, επτα μαλιστα βδελυττεται η ψυχη αυτου·17 οφθαλμους υπερηφανους, γλωσσαν ψευδη και χειρας εκχεουσας αιμα αθωον,18 καρδιαν μηχανευομενην λογισμους κακους, ποδας τρεχοντας ταχεως εις το κακοποιειν,19 μαρτυρα ψευδη λαλουντα ψευδος και τον εμβαλλοντα εριδας μεταξυ αδελφων.20 Υιε μου, φυλαττε την εντολην του πατρος σου, και μη απορριψης τον νομον της μητρος σου.21 Περιαψον αυτα διαπαντος επι της καρδιας σου, περιδεσον αυτα περι τον τραχηλον σου.22 Οταν περιπατης, θελει σε οδηγει· οταν κοιμασαι, θελει σε φυλαττει· και οταν εξυπνησης, θελει συνομιλει μετα σου.23 Διοτι λυχνος ειναι η εντολη και φως ο νομος, και οι ελεγχοι της παιδειας οδος ζωης·24 δια να σε φυλαττωσιν απο κακης γυναικος, απο κολακειας γλωσσης γυναικος αλλοτριας.25 Μη ορεχθης το καλλος αυτης εν τη καρδια σου· και ας μη σε θηρευση δια των βλεφαρων αυτης.26 Διοτι εξ αιτιας γυναικος πορνης καταντα τις εως τμηματος αρτου, η δε μοιχαλις θηρευει την πολυτιμον ψυχην.27 Δυναται τις να βαλη πυρ εις τον κολπον αυτου, και τα ιματια αυτου να μη καωσι;28 Δυναται τις να περιπατηση επ' ανθρακων πυρος, και οι ποδες αυτου να μη κατακαωσιν;29 Ουτω και ο εισερχομενος προς την γυναικα του πλησιον αυτου· οστις εγγιζει αυτην, δεν θελει αθωωθη.30 Τον κλεπτην δεν αποστρεφονται, εαν κλεπτη δια να χορταση την ψυχην αυτου, οταν πεινα·31 αλλ' εαν πιασθη, θελει αποδωσει επταπλασια· θελει δωσει παντα τα υπαρχοντα της οικιας αυτου.32 Οστις ομως μοιχευει με γυναικα, ειναι ενδεης φρενων· απωλειαν φερει εις την ψυχην αυτου, οστις πραττει τουτο.33 Πληγας και ατιμιαν θελει υποφερει· και το ονειδος αυτου δεν θελει εξαλειφθη.34 Διοτι η ζηλοτυπια ειναι μανια του ανδρος, και δεν θελει δειξει ελεος εις την ημεραν της εκδικησεως.35 Δεν θελει δεχθη ουδεν λυτρον· ουδε θελει εξιλεωθη, και αν πολλαπλασιασης τα δωρα.