1 A Sabedoria construiu sua casa
e ergueu suas sete colunas.
2 Preparou um grande banquete;
misturou os vinhos e arrumou a mesa.
3 Enviou suas servas para convidarem a todos;
do ponto mais alto da cidade, ela clama:
4 "Venham à minha casa todos os ingênuos",
e aos que não têm juízo ela diz:
5 "Venham, comam de meu banquete
e bebam do vinho que misturei.
6 Deixem sua ingenuidade para trás e vivam;
andem pelo caminho do discernimento".
7 Quem repreende o zombador recebe insulto como resposta;
quem corrige o perverso prejudica a si mesmo.
8 Não se dê o trabalho de repreender o zombador, pois ele o odiará;
repreenda, porém, o sábio, e ele o amará.
9 Instrua o sábio, e ele crescerá na sabedoria;
ensine o justo, e ele aprenderá ainda mais.
10 O temor do Senhor é o princípio da sabedoria;
o conhecimento do Santo resulta em discernimento.
11 A sabedoria multiplicará seus dias
e tornará sua vida mais longa.
12 Se você se tornar sábio, o benefício será seu;
se desprezar a sabedoria, sofrerá as consequências.
13 A mulher chamada Insensatez é atrevida;
é ignorante e nem se dá conta disso.
14 Senta-se à porta de sua casa,
no ponto mais alto da cidade.
15 Clama aos que passam pelo caminho,
ocupados com seus próprios assuntos:
16 "Venham à minha casa todos os ingênuos",
e aos que não têm juízo ela diz:
17 "Água roubada é mais refrescante!
Pão comido às escondidas é mais saboroso!".
18 Mal sabem, porém, que ali estão os mortos;
seus convidados estão nas profundezas da sepultura.
Copyright© 2017 por Editora Mundo Cristão. Todos os direitos reservados em língua portuguesa. A Nova Versão Transformadora (NVT) e seu logotipo são marcas registradas. Usados com permissão.
1 Η σοφια ωκοδομησε τον οικον αυτης, ελατομησε τους στυλους αυτης επτα·2 εσφαξε τη σφαγια αυτης, εκερασε τον οινον αυτης, και ητοιμασε την τραπεζαν αυτης·3 απεστειλε τας θεραπαινας αυτης, κηρυττει επι των υψηλων τοπων της πολεως,4 Οστις ειναι αφρων, ας στραφη εδω· και, προς τους ενδεεις φρενων, λεγει προς αυτους,5 Ελθετε, φαγετε απο του αρτου μου, και πιετε απο του οινου τον οποιον εκερασα·6 αφησατε την αφροσυνην και ζησατε· και κατευθυνθητε εν τη οδω της συνεσεως.7 Ο νουθετων χλευαστην λαμβανει εις εαυτον ατιμιαν· και ο ελεγχων τον ασεβη λαμβανει εις εαυτον μωμον.8 Μη ελεγχε χλευαστην, δια να μη σε μισηση· ελεγχε σοφον, και θελει σε αγαπησει.9 Διδε αφορμην εις τον σοφον και θελει γεινει σοφωτερος· διδασκε τον δικαιον και θελει αυξηθη εις μαθησιν.10 Αρχη σοφιας φοβος Κυριου· και επιγνωσις αγιων φρονησις.11 Διοτι δι' εμου αι ημεραι σου θελουσι πολλαπλασιασθη, και ετη ζωης θελουσι προστεθη εις σε.12 Εαν γεινης σοφος, θελεις εισθαι σοφος δια σεαυτον· και εαν γεινης χλευαστης, συ μονος θελεις πασχει.13 Γυνη αφρων, θρασεια, ανοητος και μη γνωριζουσα μηδεν·14 καθηται εν τη θυρα της οικιας αυτης επι θρονου, εν τοις υψηλοις τοποις της πολεως,15 προσκαλουσα τους διαβατας τους κατευθυνομενους εις την οδον αυτων·16 οστις ειναι αφρων, ας στραφη εδω· και προς τον ενδεη φρενων, λεγει προς αυτον,17 Τα κλοπιμαια υδατα ειναι γλυκεα, και ο κρυφιος αρτος ειναι ηδυς.18 Αλλ' αυτος αγνοει οτι εκει ειναι οι νεκροι, και εις τα βαθη του αδου οι κεκλημενοι αυτης.