1 Escutem, pois a Sabedoria chama!
Ouçam, porque o entendimento levanta a voz!
2 No alto dos montes, junto ao caminho,
a Sabedoria se coloca nas encruzilhadas.
3 Ao lado das portas da cidade,
na entrada, ela anuncia:
4 "A vocês eu clamo, a todos vocês!
Levanto minha voz para todo o povo.
5 Vocês, inexperientes, mostrem discernimento!
Vocês, tolos, mostrem entendimento!
6 Ouçam, pois tenho coisas importantes a lhes dizer.
Tudo que digo é correto,
7 pois falo a verdade,
e toda espécie de engano é detestável para mim.
8 Meu conselho é justo;
não há nada nele que distorça a verdade ou dela se desvie.
9 Minhas palavras são claras para os que têm entendimento
e corretas para os que têm conhecimento.
10 Escolham minha instrução em vez da prata
e o conhecimento em vez do ouro puro.
11 Pois a sabedoria vale muito mais que rubis;
nada do que você deseja se compara a ela.
12 "Eu, a Sabedoria, moro com a prudência;
sei onde encontrar conhecimento e discernimento.
13 Quem teme o Senhor odeia o mal;
portanto, odeio o orgulho e a arrogância,
a corrupção e as palavras perversas.
14 O bom senso e o sucesso me pertencem,
o discernimento e o poder são meus.
15 Graças a mim, os reis governam
e as autoridades emitem decretos justos.
16 Com minha ajuda, as autoridades lideram
e os nobres julgam com justiça.
17 "Amo os que me amam;
os que me procuram por certo me encontrarão.
18 Tenho riquezas e honra,
bens duradouros e justiça.
19 Minha dádiva vale mais que ouro, mais que ouro puro;
meu rendimento é melhor que a fina prata.
20 Ando em retidão,
nos caminhos da justiça.
21 Os que me amam recebem riquezas como herança;
sim, encherei seus tesouros!
22 "O Senhor me estabeleceu desde o princípio,
antes de criar qualquer outra coisa.
23 Fui designada desde eras passadas,
logo no início, antes de a terra existir.
24 Nasci antes que os oceanos fossem criados,
antes que a água brotasse de suas fontes.
25 Nasci antes de serem formados os montes,
antes de existirem as colinas,
26 quando ele ainda não havia feito a terra e os campos,
nem o primeiro punhado de terra.
27 Eu estava lá quando ele estabeleceu o céu,
quando traçou o horizonte sobre os oceanos.
28 Estava lá quando ele pôs as nuvens no alto,
quando estabeleceu fontes nas profundezas da terra.
29 Estava lá quando ele determinou os limites do mar,
para que não avançasse além de suas divisas.
E, quando ele demarcou os alicerces da terra,
30 eu estava ao seu lado como arquiteta.
Eu era sua alegria constante,
sempre exultando em sua presença.
31 Como me alegrei com o mundo que ele criou!
Como exultei com a humanidade!
32 "Por isso, meus filhos, ouçam-me,
pois todos que seguem meus caminhos são felizes.
33 Ouçam minha instrução e sejam sábios;
não a desprezem.
34 Felizes os que me ouvem, que ficam à minha porta todos os dias,
esperando por mim na entrada de minha casa!
35 Pois quem me encontra, encontra vida
e recebe o favor do Senhor.
36 Quem não me encontra, prejudica a si mesmo;
todos que me odeiam amam a morte".
Copyright© 2017 por Editora Mundo Cristão. Todos os direitos reservados em língua portuguesa. A Nova Versão Transformadora (NVT) e seu logotipo são marcas registradas. Usados com permissão.
1 Δεν κραζει η σοφια; και δεν εκπεμπει την φωνην αυτης η συνεσις;2 Ισταται επι της κορυφης των υψηλων τοπων, υπερ την οδον, εν τω μεσω των τριοδων.3 Κραζει πλησιον των πυλων, εν τη εισοδω της πολεως, εν τη εισοδω των θυρων·4 προς εσας, ανθρωποι, κραζω· και η φωνη μου εκπεμπεται προς τους υιους των ανθρωπων.5 Απλοι, νοησατε φρονησιν· και αφρονες, αποκτησατε νοημονα καρδιαν.6 Ακουσατε· διοτι θελω λαλησει πραγματα εξοχα, και τα χειλη μου θελουσι προφερει ορθα.7 Διοτι αληθειαν θελει λαλησει ο λαρυγξ μου· τα δε χειλη μου βδελυττονται την ασεβειαν.8 Παντες οι λογοι του στοματος μου ειναι μετα δικαιοσυνης· δεν υπαρχει εν αυτοις δολιον διεστραμμενον·9 Παντες ειναι σαφεις εις τον νοουντα και ορθοι εις τους ευρισκοντας γνωσιν.10 Λαβετε την παιδειαν μου, και μη αργυριον· και γνωσιν, μαλλον παρα χρυσιον εκλεκτον.11 Διοτι η σοφια ειναι καλητερα λιθων πολυτιμων· και παντα τα επιθυμητα πραγματα δεν ειναι ανταξια αυτης.12 Εγω η σοφια κατοικω μετα της φρονησεως, και εφευρισκω γνωσιν συνετων βουλευματων.13 Ο φοβος του Κυριου ειναι να μιση τις το κακον· αλαζονειαν και αυθαδειαν και πονηραν οδον και διεστραμμενον στομα εγω μισω.14 Εμου ειναι η βουλη και η ασφαλεια· εγω ειμαι η συνεσις· εμου η δυναμις.15 Δι' εμου οι βασιλεις βασιλευουσι, και οι αρχοντες θεσπιζουσι δικαιοσυνην.16 Δι' εμου οι ηγεμονες ηγεμονευουσι, και οι μεγιστανες, παντες οι κριται της γης·17 Εγω τους εμε αγαπωντας αγαπω· και οι ζητουντες με θελουσι με ευρει.18 Πλουτος και δοξα ειναι μετ' εμου, αγαθα διαμενοντα και δικαιοσυνη.19 Οι καρποι μου ειναι καλητεροι χρυσιου και χρυσιου καθαρου· και τα γεννηματα μου, εκλεκτου αργυριου.20 Περιπατω εν οδω δικαιοσυνης, αναμεσον των τριβων της κρισεως,21 δια να καμω τους αγαπωντας με να κληρονομησωσιν αγαθα, και να γεμισω τους θησαυρους αυτων.22 Ο Κυριος με ειχεν εν τη αρχη των οδων αυτου, προ των εργων αυτου, απ' αιωνος.23 Προ του αιωνος με εχρισεν, απ' αρχης, πριν υπαρξη η γη.24 Εγεννηθην οτε δεν ησαν αι αβυσσοι, οτε δεν υπηρχον αι πηγαι αι αναβρυουσαι υδατα·25 Πριν τα ορη θεμελιωθωσι, προ των λοφων, εγω εγεννηθην·26 ενω δεν ειχεν ετι καμει την γην ουτε πεδιαδας, ουτε κορυφας χωματων της οικουμενης.27 Οτε ητοιμαζε τους ουρανους, εγω ημην εκει· οτε περιεγραφε καμαραν υπερανω του προσωπου της αβυσσου·28 οτε εστερεονε τον αιθερα επανω· οτε ωχυρονε τας πηγας της αβυσσου·29 οτε επεβαλλε τον νομον αυτου εις την θαλασσαν, να μη παραβωσι τα υδατα το προσταγμα αυτου· οτε διεταττε τα θεμελια της γης·30 τοτε ημην πλησιον αυτου δημιουργουσα· και εγω ημην καθ' ημεραν η τρυφη αυτου, ευφραινομενη παντοτε ενωπιον αυτου,31 ευφραινομενη εν τη οικουμενη της γης αυτου· και η τρυφη μου ητο μετα των υιων των ανθρωπων.32 Τωρα λοιπον ακουσατε μου, ω τεκνα· διοτι μακαριοι οι φυλαττοντες τας οδους μου.33 Ακουσατε παιδειαν και γενεσθε σοφοι, και μη αποδοκιμαζετε αυτην.34 Μακαριος ο ανθρωπος, οστις μου ακουση, αγρυπνων καθ' ημεραν εν ταις πυλαις μου, περιμενων εις τους παραστατας των θυρων μου·35 διοτι οστις ευρη εμε, θελει ευρει ζωην, και θελει λαβει χαριν παρα Κυριου.36 Οστις ομως αμαρτηση εις εμε, την εαυτου ψυχην αδικει· παντες οι μισουντες με αγαπωσι θανατον.