A destruição de Sodoma e Gomorra
1 Os dois anjos19.1 Ou mensageiros. Também no versículo 15. chegaram a Sodoma ao anoitecer, e Ló estava sentado à porta da cidade. Quando os avistou, levantou-se e foi recebê-los. Prostrou-se com o rosto em terra 2 e disse:
— Meus senhores, por favor, acompanhem-me à casa do seu servo. Lá poderão lavar os pés, passar a noite e, pela manhã, seguir caminho.
Eles responderam:
— Não. Passaremos a noite na praça.
3 Ló, porém, insistiu tanto que eles o acompanharam e entraram na casa dele. Então, preparou-lhes um banquete e assou pão sem fermento, e eles comeram.
4 Ainda não tinham ido deitar-se, quando todos os homens de toda parte da cidade de Sodoma, dos mais jovens aos mais velhos, cercaram a casa. 5 Chamaram Ló e lhe disseram:
— Onde estão os homens que vieram à sua casa esta noite? Traga-os até nós aqui fora para que tenhamos relações sexuais com eles.
6 Ló saiu da casa, fechou a porta atrás de si 7 e lhes disse:
— Por favor, meus irmãos, não façam esse mal. 8 Olhem, tenho duas filhas que ainda são virgens. Vou trazê-las para que vocês façam com elas o que for bom aos seus olhos, mas não façam nada a estes homens, porque se acham debaixo da proteção do meu teto.
9 — Saia da frente! — replicaram e acrescentaram: — Este homem chegou aqui como estrangeiro e agora quer ser o juiz! Faremos a você pior do que a eles.
Então, empurraram Ló com violência e avançaram para arrombar a porta. 10 Nisso, os dois homens estenderam os braços para fora, puxaram Ló para dentro da casa e fecharam a porta. 11 Depois, feriram de cegueira os homens que estavam à porta da casa, dos mais jovens aos mais idosos, de maneira que não conseguiam encontrar a porta.
12 Os dois homens perguntaram a Ló:
— Você tem mais alguém na cidade — genros, filhos ou filhas, ou qualquer outro parente? Tire-os daqui, 13 porque estamos para destruir este lugar. As acusações feitas ao Senhor contra este povo são tantas que ele nos enviou para destruir a cidade.
14 Então, Ló foi falar com os seus genros, os quais iam casar-se com as suas filhas, e lhes disse:
— Depressa! Saiam deste lugar, porque o Senhor está para destruir a cidade!
Contudo, pensaram que ele estava brincando.
15 Ao raiar do dia, os anjos insistiam com Ló, dizendo:
— Depressa! Leve daqui a sua mulher e as suas duas filhas, ou vocês também serão exterminados quando a cidade for castigada.
16 Como ele hesitava, os homens agarraram Ló, a sua mulher e as duas filhas pela mão; tiraram-nos dali e os deixaram fora da cidade, porque o Senhor teve misericórdia deles. 17 Assim que os tiraram da cidade, um deles disse a Ló:
— Fuja por amor à sua vida! Não olhe para trás nem pare em lugar nenhum da planície! Fuja para as montanhas, ou você será exterminado!
18 Ló, porém, lhes disse:
— Não, meu senhor! 19 O seu servo teve o seu favor, e a sua lealdade comigo foi grande ao poupar a minha vida. Mas não consigo fugir para as montanhas sem que a destruição me alcance, e eu morra. 20 Aqui perto há uma cidade pequena. Está tão próxima que dá para correr até lá. Deixe-me ir para lá! É pequena e nela estarei a salvo.
21 — Está bem — respondeu ele. — Também atenderei a esse pedido; não destruirei a cidade da qual você fala. 22 Fuja depressa, porque nada poderei fazer enquanto você não chegar lá.
Por isso, a cidade foi chamada Zoar.19.22 Zoar significa pequena.
23 Quando Ló chegou a Zoar, o sol já havia nascido sobre a terra. 24 Então, o Senhor fez chover fogo e enxofre do céu sobre Sodoma e Gomorra. 25 Assim, ele destruiu aquelas cidades e toda a planície, com todos os habitantes das cidades e a vegetação que crescia no solo. 26 A mulher de Ló, porém, olhou para trás e se transformou em uma coluna de sal.
27 Na manhã seguinte, Abraão se levantou cedo e voltou ao lugar onde tinha estado diante do Senhor. 28 Olhou lá embaixo, para Sodoma e Gomorra, para toda a planície, e viu uma densa fumaça que subia da terra, como fumaça de uma fornalha.
29 Quando Deus destruiu as cidades da planície, lembrou-se de Abraão e tirou Ló do meio da catástrofe que destruiu as cidades onde Ló vivia.
Ló e as suas filhas
30 Ló partiu de Zoar com as duas filhas e passou a morar nas montanhas, porque tinha medo de permanecer em Zoar. Ele e as duas filhas ficaram morando em uma caverna.
31 Um dia, a filha mais velha disse à mais jovem:
— O nosso pai já está velho, e não há homens na terra para ter relações sexuais conosco, segundo o costume de toda a terra. 32 Vamos dar vinho ao nosso pai, depois nos deitaremos e, por meio dele, preservaremos viva uma descendência.
33 Naquela noite, deram vinho ao seu pai, e a filha mais velha foi e se deitou com ele, sem que o pai percebesse quando ela se deitou nem quando se levantou.
34 No dia seguinte, a filha mais velha disse à mais nova:
— Ontem à noite, deitei-me com o meu pai. Vamos dar-lhe vinho também esta noite, e você se deitará com ele, para preservar viva a descendência do nosso pai.
35 Então, outra vez deram vinho ao seu pai naquela noite, e a mais nova foi e se deitou com ele, sem que o pai percebesse quando ela se deitou nem quando se levantou.
36 Assim, as duas filhas de Ló engravidaram do próprio pai. 37 A mais velha teve um filho e deu-lhe o nome de Moabe;19.37 Em hebraico, Moabe soa como a expressão que significa do pai. este é o pai dos moabitas de hoje. 38 A mais nova também teve um filho e deu-lhe o nome de Ben-Ami;19.38 Ben-Ami significa filho do meu povo. este é o pai dos amonitas de hoje.
Η καταστροφή των Σοδόμων και των Γομόρρων
1 Οι δύο άγγελοι έφτασαν στα Σόδομα το βράδυ, και ο Λωτ καθόταν στην πύλη της πόλης. Μόλις τους είδε, σηκώθηκε να τους προϋπαντήσει και τους προσκύνησε, πέφτοντας με το πρόσωπο στη γη. 2 «Παρακαλώ, κύριοί μου», τους είπε, «ελάτε στο σπίτι του δούλου σας να περάσετε τη νύχτα. Να πλύνετε τα πόδια σας, και το πρωί σηκώνεστε και συνεχίζετε το δρόμο σας». Εκείνοι απάντησαν: «Όχι, θα περάσουμε τη νύχτα έξω». 3 Ο Λωτ όμως επέμενε κι έτσι αποφάσισαν να μείνουν μαζί του και πήγαν σπίτι του. Τους ετοίμασε δείπνο, έψησε άζυμα ψωμιά και έφαγαν.
4 Πριν όμως κοιμηθούν, οι άντρες των Σοδόμων περικύκλωσαν από παντού το σπίτι. Ήταν εκεί όλος ο αντρικός πληθυσμός της πόλης, νέοι και γέροι. 5 Φώναζαν στο Λωτ και του έλεγαν: «Πού είναι εκείνοι οι άνθρωποι που ήρθαν σπίτι σου απόψε; Φέρ’ τους μας έξω, να συνευρεθούμε μαζί τους!»
6 Τότε ο Λωτ βγήκε έξω να τους μιλήσει κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. 7 «Σας παρακαλώ αδέρφια μου», τους έλεγε, «μην κάνετε κανένα κακό. 8 Να, έχω δύο κόρες, που δεν έχουν γνωρίσει άντρα. Θα σας τις φέρω, κι εσείς κάντε τους ό,τι σας αρέσει. Μόνο στους ανθρώπους αυτούς μην κάνετε τίποτε· είναι φιλοξενούμενοί μου κι ήρθαν να προστατευτούν στο σπίτι μου». 9 Εκείνοι όμως φώναζαν: «Φύγε από ’κει!» Και μεταξύ τους έλεγαν: «Ήρθε ένας ξένος και θέλει να μας κρίνει!» «Τώρα θα σου κάνουμε χειρότερα απ’ ό,τι σ’ εκείνους». Και σπρώχνοντας με βία το Λωτ προσπαθούσαν να του σπάσουν την πόρτα. 10 Τότε οι φιλοξενούμενοι άπλωσαν το χέρι τους και τράβηξαν το Λωτ μέσα στο σπίτι και έκλεισαν την πόρτα. 11 Και τύφλωσαν όλους όσοι ήταν απ’ έξω, μικρούς και μεγάλους, έτσι που άδικα προσπαθούσαν να βρουν την πόρτα του σπιτιού.
12 Είπαν τότε οι δυο άντρες στο Λωτ: «Ποιον άλλον έχεις εδώ; Το γαμπρό σου, τους γιους σου και τις κόρες σου και όποιον δικό σου έχεις στην πόλη πάρ’ τους από δωπέρα, 13 γιατί θα καταστρέψουμε αυτό τον τόπο. Είναι μεγάλη η κατακραυγή που υψώνεται στον Κύριο ενάντια στους κατοίκους της περιοχής κι ο Κύριος μας έστειλε να καταστρέψουμε τα Σόδομα». 14 Ο Λωτ πήγε και μίλησε στους γαμπρούς του, που επρόκειτο να παντρευτούν τις θυγατέρες του και τους είπε: «Σηκωθείτε και φύγετε από δωπέρα γιατί ο Κύριος θα καταστρέψει την πόλη». Αυτό όμως φάνηκε αστείο στους γαμπρούς του.
15 Όταν ξημέρωσε, οι άγγελοι πίεζαν το Λωτ και του έλεγαν: «Σήκω, πάρε τη γυναίκα σου και τις δυο σου κόρες, που βρίσκονται εδώ, για να μην καταστραφείς για τις αμαρτίες της πόλης». 16 Κι επειδή καθυστερούσε, οι άντρες τον πήραν από το χέρι, αυτόν, τη γυναίκα του και τις θυγατέρες του και τους έβγαλαν έξω από την πόλη, γιατί τους λυπήθηκε ο Κύριος.
17 Καθώς τους έβγαζαν έξω, είπε ο ένας: «Φύγε, για να σώσεις τη ζωή σου! Μην κοιτάξεις πίσω σου και μη σταθείς πουθενά σε όλη την περιοχή. Τρέξε να σωθείς στα βουνά, για να μην καταστραφείς». 18 Τότε ο Λωτ του είπε: «Σε παρακαλώ, κύριέ μου, μην το κάνεις αυτό! 19 Ξέρω πως ευεργετήθηκα από σένα και μου έδειξες μεγάλη αγάπη που μου έσωσες τη ζωή. Αλλά εγώ δεν μπορώ να τρέχω στα βουνά. Θα με προλάβει το κακό και θα πεθάνω. 20 Εκεί κοντά είναι εκείνη η πόλη. Άσε με να καταφύγω σ’ αυτήν. Είναι αρκετά ασήμαντηαρκετά ασήμαντη. Εννοείται «δεν αξίζει να την καταστρέψεις». και θα είμαι ασφαλής εκεί».
21 Ο Κύριος του είπε: «Θ’ ακούσω κι αυτόν το λόγο σου, και δε θα καταστρέψω την πόλη που λες. 22 Τρέξε να καταφύγεις σ’ αυτήν, γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτε, μέχρις ότου φτάσεις εκεί». Γι’ αυτό ονόμασαν την πόλη εκείνη Σηγώρ.Σηγώρ. Στα εβρ. ακούγεται όπως η λ. «μικρή».
23 Είχε ανατείλει ο ήλιος όταν ο Λωτ έφτασε στη Σηγώρ. 24 Τότε ο Κύριος άφησε να βρέξει θειάφι και φωτιά στα Σόδομα και στα Γόμορρα εκ μέρους του Κυρίου, από τον ουρανό. 25 Οι πόλεις εκείνες και οι κάτοικοί τους καθώς και όλη η γύρω περιοχή και η βλάστησή της καταστράφηκαν. 26 Η γυναίκα όμως του Λωτ κοίταξε πίσω και έγινε στήλη άλατος. 27 Το άλλο πρωί, σηκώθηκε ο Αβραάμ και πήγε στον τόπο όπου είχε συναντηθεί με το Θεό. 28 Κοίταξε προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα και σ’ όλη τη γύρω περιοχή και είδε ν’ ανεβαίνει από τη γη καπνός, σαν να ήταν καπνός από καμίνι. 29 Όταν ο Θεός κατέστρεψε τις πόλεις της περιοχής, όπου κατοικούσε ο Λωτ, θυμήθηκε τον Αβραάμ και έσωσε το Λωτ από την καταστροφή.
Η καταγωγή των Μωαβιτών και των Αμμωνιτών
30 Ο Λωτ φοβόταν να μείνει στη Σηγώρ. Γι’ αυτό έφυγε από ’κει και κατοίκησε στα βουνά σε μια σπηλιά μαζί με τις δύο κόρες του. 31 Μια μέρα, η μεγαλύτερη κόρη είπε στη μικρότερη: «Ο πατέρας μας γέρασε και δεν υπάρχει στην περιοχή άντρας να συνευρεθεί μαζί μας, όπως γίνεται σ’ όλον τον κόσμο. 32 Έλα να μεθύσουμε τον πατέρα μας με κρασί και να πλαγιάσουμε μαζί του για ν’ αφήσουμε απογόνους απ’ αυτόν».
33 Μέθυσαν λοιπόν τον πατέρα τους με κρασί εκείνη τη νύχτα, και πήγε η μεγαλύτερη και κοιμήθηκε μαζί του. Εκείνος όμως δεν την κατάλαβε ούτε όταν ξάπλωσε ούτε όταν σηκώθηκε. 34 Την άλλη μέρα η μεγάλη κόρη είπε στη μικρή: «Χτες βράδυ πλάγιασα εγώ με τον πατέρα μας. Έλα να τον μεθύσουμε κι απόψε και μετά πήγαινε να κοιμηθείς κι εσύ μαζί του, για ν’ αφήσουμε απογόνους απ’ αυτόν». 35 Μέθυσαν λοιπόν και εκείνη τη νύχτα τον πατέρα τους και πήγε η μικρότερη και πλάγιασε μαζί του. Αλλά και πάλι εκείνος δεν την κατάλαβε ούτε όταν ξάπλωσε ούτε όταν σηκώθηκε.
36 Έτσι οι δύο κόρες του Λωτ έμειναν έγκυοι από τον πατέρα τους. 37 Η μεγαλύτερη γέννησε γιο και τον ονόμασε Μωάβ.Μωάβ. Στα εβρ. ακούγεται όπως η φρ. «από τον πατέρα μου». Αυτός είναι ο γενάρχης των σημερινών Μωαβιτών. 38 Γέννησε κι η μικρότερη γιο και τον ονόμασε Βεν-Αμμί.Βεν-Αμμί. Στα εβρ. σημαίνει «γιος του συγγενή μου» και ακούγεται όπως η λ. «Αμμωνίτες». Αυτός είναι ο γενάρχης των σημερινών Αμμωνιτών.