A morte de Sara
1 Sara viveu cento e vinte e sete anos 2 e morreu em Quiriate-Arba, que é Hebrom, na terra de Canaã; Abraão foi lamentar e chorar por ela.
3 Depois, Abraão deixou ali a sua falecida esposa e foi falar com os hititas:
4 — Sou um estrangeiro que reside entre vocês. Peço que me vendam alguma propriedade para sepultura, para que eu tenha onde enterrar a minha mulher.
5 Os hititas responderam a Abraão:
6 — Ouça-nos; o senhor é um príncipe de Deus23.6 Ou príncipe poderoso; ou ainda príncipe dos deuses. no nosso meio. Enterre a sua falecida esposa na melhor das nossas sepulturas. Nenhum de nós lhe recusará a dar a própria sepultura para que você enterre a sua falecida esposa.
7 Abraão levantou-se, curvou-se diante do povo daquela terra, os hititas, 8 e disse-lhes:
— Se vocês estão de acordo que eu sepulte aqui a minha falecida esposa, ouçam-me: intercedam por mim a Efrom, filho de Zoar, 9 a fim de que ele me venda a caverna de Macpela, que lhe pertence e se encontra na divisa do seu campo. Peçam-lhe que a venda a mim pelo preço justo, para que eu tenha uma propriedade para sepultura entre vocês.
10 Efrom, o hitita, estava sentado ali, no meio do seu povo, e respondeu a Abraão, sendo ouvido por todos os hititas que tinham vindo à porta da sua cidade:
11 — Não, meu senhor. Ouça-me. Eu lhe dou o campo e também a caverna que nele está. O meu povo é testemunha de que os dou a você. Sepulte a sua falecida esposa.
12 Novamente, Abraão curvou-se diante do povo daquela terra 13 e disse a Efrom, sendo ouvido por todos:
— Ouça-me, por favor. Pagarei o preço do campo. Aceite-o, para que eu possa sepultar ali a minha falecida esposa.
14 Efrom respondeu a Abraão:
15 — Ouça-me, meu senhor: aquele pedaço de terra vale quatrocentos siclos23.15 Isto é, 4,6 quilogramas. de prata, mas o que significa isso entre mim e você? Sepulte a sua falecida esposa.
16 Abraão concordou com Efrom e pesou-lhe o valor por ele estipulado diante dos hititas: quatrocentos siclos de prata, de acordo com o peso corrente entre os mercadores.
17 Assim, o campo de Efrom, que estava em Macpela, perto de Manre, foi transferido como propriedade a Abraão, tanto o campo quanto a caverna que há nele e todas as árvores dentro das divisas do campo. 18 A transação ocorreu tendo como testemunhas todos os hititas que tinham vindo à porta da cidade. 19 Depois disso, Abraão sepultou Sara, a sua mulher, na caverna do campo de Macpela, perto de Manre, que se encontra em Hebrom, na terra de Canaã. 20 Assim, o campo e a caverna que há nele foram transferidos dos hititas para Abraão como propriedade para sepultura.
Θάνατος και ταφή της Σάρρας
1 Η Σάρρα έζησε εκατόν είκοσι εφτά χρόνια 2 και πέθανε στην Κιριάθ-Αρβά, δηλαδή στη Χεβρών, στη Χαναάν. Ο Αβραάμ ήρθε να κάνει επικήδειο θρήνο για τη γυναίκα του και να την πενθήσει εκεί. 3 Ύστερα έφυγε από τον τόπο όπου κειτόταν η νεκρή του και μίλησε στους Χετταίους: 4 «Εγώ είμαι ένας ξένος, πάροικος ανάμεσά σας. Δώστε μου έναν ιδιόκτητο τάφο εδώ κοντά σας για να θάψω τη νεκρή μου».
5 Οι Χετταίοι τού αποκρίθηκαν: 6 «Άκουσέ μας, κύριε: Εμείς σε θεωρούμε άρχοντα ευνοημένο απ’ το Θεό. Θάψε τη νεκρή σου στον καλύτερο τάφο που έχουμε. Κανείς από μας δε θα σου αρνηθεί τον τάφο του για να θάψεις τη νεκρή σου».
7 Ο Αβραάμ σηκώθηκε, προσκύνησε το λαό της χώρας, τους Χετταίους, 8 και τους είπε: «Αν θέλετε να θάψω τη νεκρή μου, ακούστε με και παρακαλέστε για χάρη μου τον Εφρών γιο του Σωχάρ 9 να μου δώσει το σπήλαιο Μαχπελά, που ανήκει σ’ αυτόν και βρίσκεται στην άκρη του αγρού του· ας μου το πουλήσει στην πραγματική του αξία εδώ μπροστά σας, για ιδιόκτητο τάφο».
10 Ο Εφρών βρισκόταν μαζί με άλλους Χετταίους στην πύλη της πόλης. Αποκρίθηκε λοιπόν στον Αβραάμ για να τον ακούσουν όλοι όσοι περνούσαν από ’κει: 11 «Όχι, κύριε μου! Άκουσέ με: Σου χαρίζω τον αγρό, σου χαρίζω και το σπήλαιο που βρίσκεται σ’ αυτόν. Σου τα χαρίζω με μάρτυρες τους ομοεθνείς μου. Μπορείς να θάψεις τη νεκρή σου».
12 Τότε ο Αβραάμ προσκύνησε πάλι τους Χετταίους 13 και είπε στον Εφρών για να τον ακούσουν όλοι: «Αν θέλεις, άκουσέ με: Εννοώ να σου πληρώσω την αξία του αγρού. Δέξου από μένα το τίμημα και θα θάψω τη νεκρή μου εκεί». 14 Ο Εφρών απάντησε στον Αβραάμ: 15 «Κύριέ μου, άκουσέ με: Η γη αξίζει τετρακόσιους ασημένιους σίκλους· αλλά τι σημασία έχει αυτό για μένα και για σένα; Θάψε τη νεκρή σου».
16 Τότε ο Αβραάμ συμφώνησε με τον Εφρών και του ζύγισε την ποσότητα του ασημιού που είχε αυτός ορίσει παρουσία των Χετταίων: τετρακόσιους ασημένιους σίκλους, με βάση το ζύγι που χρησιμοποιούσαν οι έμποροι μεταξύ τους. 17 Έτσι, ο αγρός του Εφρών στη Μαχπελά,Μαχπελά. Στα εβρ. σημαίνει «σπήλαιο». απέναντι από τη Μαμβρή, μαζί με το σπήλαιο και όλα τα δέντρα που ήταν μέσα σ’ αυτόν σε όλη του την έκταση, 18 περιήλθε στην ιδιοκτησία του Αβραάμ. Το δικαίωμά του αυτό αναγνωρίστηκε από όλους τους Χετταίους που ήταν εκεί παρόντες στην πύλη της πόλης.
19 Έπειτα απ’ αυτά, ο Αβραάμ έθαψε τη γυναίκα του τη Σάρρα στο σπήλαιο του αγρού της Μαχπελά απέναντι από τη Μαμβρή, δηλαδή τη Χεβρών, στη Χαναάν. 20 Έτσι ο αγρός μαζί με το σπήλαιο, περιήλθε από τους Χετταίους στην ιδιοκτησία του Αβραάμ, ως ιδιόκτητος τάφος.