Pular para o conteúdo
Publicidade

Gênesis 22

TGVD

Deus prova Abraão

1 Passado algum tempo, Deus pôs Abraão à prova, dizendo-lhe:

Abraão!

Ele respondeu:

Sim, aqui estou.

2 Então, Deus disse:

Tome o seu filho, o seu único filho, Isaque, a quem você ama, e para a região de Moriá. Sacrifique-o ali como holocausto22.2 Isto é, sacrifício totalmente queimado; também nos versículos 3, 6-8 e 13. em um dos montes que eu lhe indicarei.

3 Então, Abraão se levantou cedo pela manhã e preparou o seu jumento. Tomou consigo dois dos seus servos e Isaque, o seu filho. Depois de cortar lenha para o holocausto, partiu em direção ao lugar que Deus lhe havia indicado. 4 No terceiro dia, Abraão ergueu os olhos e viu o lugar ao longe. 5 Disse aos seus servos:

Fiquem aqui com o jumento enquanto eu e o rapaz vamos até . Depois de adorar, voltaremos.

6 Abraão pegou a lenha para o holocausto e a colocou sobre Isaque, o seu filho, enquanto ele mesmo carregou a brasa e a faca com as próprias mãos. Caminhavam os dois juntos, quando 7 Isaque disse a Abraão, o seu pai:

Meu pai!

Sim, meu filho, aqui estou Abraão respondeu.

Isaque perguntou:

A brasa e a lenha estão aqui, mas onde está o cordeiro para o holocausto?

8 Abraão respondeu:

Deus mesmo de prover o cordeiro para o holocausto, meu filho.

Os dois continuaram a caminhar juntos.

9 Quando chegaram ao lugar que Deus lhe havia indicado, Abraão construiu um altar e sobre ele arrumou a lenha. Amarrou Isaque, o seu filho, e o colocou sobre o altar, em cima da lenha. 10 Então, Abraão estendeu a mão e pegou a faca para sacrificar o filho. 11 O anjo do Senhor, porém, o chamou do céu:

Abraão! Abraão!

Sim, aqui estou ele respondeu.

12 Não estenda a sua mão contra o rapaz disse o anjo. Não lhe faça nada. Agora sei que você teme a Deus, porque não negou dar a mim o seu filho, o seu único filho.

13 Abraão ergueu os olhos e eis que viu um carneiro preso pelos chifres em um arbusto. Foi até , tomou o carneiro e o sacrificou como holocausto em lugar do seu filho. 14 Abraão chamou aquele lugar de "O Senhor Proverá". Por isso, até hoje se diz: "No monte do Senhor se proverá".

15 Pela segunda vez, o anjo do Senhor chamou do céu a Abraão 16 e disse:

Juro por mim mesmo declara o Senhor que, por ter feito o que fez, não me negando o seu filho, o seu único filho, 17 esteja certo de que o abençoarei e farei a sua descendência tão numerosa como as estrelas do céu e como a areia à beira-mar. A sua descendência conquistará as cidades dos seus inimigos 18 e, por meio dela, todas as nações da terra serão abençoadas, porque você me obedeceu.

19 Então, Abraão voltou aos seus servos, e juntos partiram para Berseba, onde Abraão passou a viver.

Os filhos de Naor

20 Passado algum tempo, disseram a Abraão que Milca dera filhos a Naor, o seu irmão:

21 Uz, o mais velho; Buz, o seu irmão;

Quemuel, pai de Arã;

22 Quésede, Hazo, Pildas, Jidlafe e Betuel, 23 pai de Rebeca.

Estes foram os oito filhos que Milca deu a Naor, irmão de Abraão.

24 Com a sua concubina, chamada Reumá, Naor teve os seguintes filhos:

Tebá, Gaã, Taás e Maaca.

Η θυσία του Ισαάκ

1 Ύστερα από τα γεγονότα αυτά, ο Θεός δοκίμασε τον Αβραάμ και του είπε: «Αβραάμ!» Εκείνος απάντησε: «Ορίστε». 2 «Πάρε το γιο σου», του λέει ο Θεός, «το μονογενή, που τον αγαπάς, τον Ισαάκ, και πήγαινε να τον θυσιάσεις στη χώρα Μοριά,Μοριά. Στα εβρ. σημαίνει «ψηλή». σένα από τα βουνά που εγώ θα σου δείξω».

3 Ο Αβραάμ σηκώθηκε νωρίς το πρωί, σαμάρωσε το γαϊδουράκι του και πήρε μαζί του δύο από τους δούλους του και το γιο του τον Ισαάκ. Έσχισε τα ξύλα για τη θυσία και ξεκίνησε για τον τόπο που του είπε ο Θεός. 4 Την τρίτη μέρα κοίταξε πέρα και είδε τον τόπο από μακριά. 5 Τότε είπε στους δούλους του: «Καθίστε εσείς εδώ με το γαϊδουράκι, κι εγώ με το παιδί θα πάμε ως εκεί να προσκυνήσουμε κι έπειτα θα γυρίσουμε».

6 Πήρε ο Αβραάμ τα ξύλα της θυσίας και τα φόρτωσε πάνω στον Ισαάκ το γιο του, πήρε στο χέρι του τη φωτιά και το μαχαίρι, και βάδιζαν οι δυο μαζί. 7 Κάποια στιγμή ο Ισαάκ είπε στον πατέρα του: «Πατέρα μου». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Ορίστε, παιδί μου». «Έχουμε τη φωτιά και τα ξύλα», είπε το παιδί, «αλλά πού είναι το αρνί για τη θυσία;» 8 Ο Αβραάμ αποκρίθηκε: «Ο Θεός θα φροντίσει για το αρνί της θυσίας, παιδί μου». Και συνέχισαν το δρόμο τους.

9 Όταν έφτασαν στον τόπο που τους είχε πει ο Θεός, ο Αβραάμ έχτισε εκεί το θυσιαστήριο, ετοίμασε τα ξύλα, έδεσε το γιο του τον Ισαάκ και τον έβαλε στο θυσιαστήριο πάνω από τα ξύλα. 10 Ύστερα άπλωσε το χέρι του και πήρε το μαχαίρι για να σφάξει το παιδί του. 11 Αλλά ο άγγελος του Κυρίου τού φώναξε από τον ουρανό και του είπε: «Αβραάμ, Αβραάμ!» Κι εκείνος απάντησε: «Ορίστε». 12 Και του είπε: «Μην απλώσεις χέρι στο παιδί και μην του κάνεις τίποτε, γιατί τώρα ξέρω ότι φοβάσαι το Θεό και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου».

13 Ο Αβραάμ κοίταξε τριγύρω και είδε ένα κριάρι πιασμένο από τα κέρατα σένα θάμνο. Έτρεξε, το πήρε και το θυσίασε αντί για το γιο του. 14 Τον τόπο εκείνο ο Αβραάμ τον ονόμασε Γιαχβέ-Ιερέ,Γιαχβέ-Ιερέ. Στα εβρ. σημαίνει «ο Κύριος προβλέπει» ή «βλέπει». γιαυτό μέχρι σήμερα λέγεται: «Σαυτό το βουνό παρουσιάστηκε ο Κύριος».

15 Ο άγγελος του Κυρίου φώναξε για δεύτερη φορά στον Αβραάμ από τον ουρανό 16 και του είπε: «Εγώ ο Κύριος ορκίζομαι στον εαυτό μου, ότι επειδή έκανες την πράξη αυτή και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου, 17 θα σε ευλογήσω με το παραπάνω και θα σου δώσω αναρίθμητους απογόνους σαν ταστέρια του ουρανού και σαν την άμμο που είναι στις ακτές της θάλασσας. Ο απόγονός σου θα κατακτήσει τις πόλεις των εχθρών του. 18 Με τον απόγονό σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης, επειδή υπάκουσες στην εντολή μου».

19 Μετά ο Αβραάμ γύρισε στους δούλους του και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τη Βέερ-Σεβά, κι ο Αβραάμ εγκαταστάθηκε εκεί.

Οι απόγονοι του Ναχώρ

20 Ύστερα από τα γεγονότα αυτά, αναγγέλθηκε στον Αβραάμ ότι και η Μελχά γέννησε γιους στο Ναχώρ τον αδερφό του: 21 Τον Ουτς, που ήταν πρωτότοκος, τον αδερφό του το Βουζ και τον Κεμουήλ, γενάρχη των Αραμαίων, 22 τον Κέσεδ, τον Αζό, τον Πιλδάς, τον Ιδλάφ και το Βεθουήλ. 23 Ο Βεθουήλ απέκτησε τη Ρεβέκκα. Αυτούς τους οκτώ γιους γέννησε η Μελχά στο Ναχώρ, τον αδερφό τού Αβραάμ. 24 Αλλά και μια παλλακίδα του, η Ρεουμά, γέννησε κι αυτή τον Τεβάχ, το Γαχάμ, τον Ταχάς και το Μααχά.

Veja também