1 Então, Isaque chamou Jacó, o abençoou e lhe ordenou:
— Não se case com mulher cananeia. 2 Vá a Padã-Arã,28.2 Isto é, a região noroeste da Mesopotâmia; também nos versículos 5-7. à casa de Betuel, o seu avô materno, e case-se com uma das filhas de Labão, irmão da sua mãe. 3 Que o Deus Todo-poderoso28.3 Hebraico: El-Shadai. o abençoe, faça-o fértil e o multiplique, para que você se torne uma comunidade de povos. 4 Que ele dê a você e à sua descendência a bênção de Abraão, para que você possua a terra na qual vive como estrangeiro, a terra dada por Deus a Abraão.
5 Então, Isaque despediu Jacó, e este foi a Padã-Arã, ao filho do arameu Betuel, Labão, irmão de Rebeca, mãe de Jacó e de Esaú.
6 Esaú viu que Isaque havia abençoado Jacó e o havia mandado a Padã-Arã para escolher ali uma mulher e que, ao abençoá-lo, lhe dera a ordem de não se casar com mulher cananeia. 7 Também soube que Jacó obedecera ao seu pai e à sua mãe e fora para Padã-Arã. 8 Percebendo Esaú que Isaque, o seu pai, não aprovava as mulheres cananeias, 9 foi à casa de Ismael e casou-se com Maalate, irmã de Nebaiote, filha de Ismael, filho de Abraão, que foi acrescentada às outras esposas que ele já tinha.
O sonho de Jacó em Betel
10 Jacó partiu de Berseba e foi para Harã. 11 Chegando a determinado lugar, parou para pernoitar, porque o sol já se havia posto. Tomando uma das pedras do local, colocou-a sob a cabeça para deitar-se. 12 Ali sonhou que havia uma escadaria que se erguia da terra cujo topo alcançava os céus e pela qual os anjos de Deus subiam e desciam. 13 Acima dela, em pé, estava o Senhor, que lhe disse:
— Eu sou o Senhor, o Deus de Abraão, o seu pai, e o Deus de Isaque. Darei a você e à sua descendência a terra na qual você está deitado. 14 Os seus descendentes serão como o pó da terra e se espalharão para o oeste e para o leste, para o norte e para o sul. Todas as famílias da terra serão abençoadas por meio de você e da sua descendência. 15 Eu estou com você e cuidarei de você, aonde quer que vá, e o trarei de volta a esta terra. Não o deixarei enquanto não fizer o que lhe prometi.
16 Quando Jacó acordou do sono, disse:
— Sem dúvida, o Senhor está neste lugar, mas eu não sabia!
17 Com muito medo, ele disse:
— Temível é este lugar! Não é outro senão a casa de Deus; esta é a porta dos céus.
18 Na manhã seguinte, Jacó levantou-se cedo, pegou a pedra que havia posto sob a cabeça, colocou-a em pé como coluna e derramou óleo sobre o seu topo. 19 Ele deu àquele lugar o nome de Betel,28.19 Betel significa casa de Deus. embora a cidade anteriormente se chamasse Luz.
20 Então, Jacó fez um voto, dizendo:
— Se Deus estiver comigo, cuidar de mim nesta viagem que estou fazendo, prover-me de comida e roupa 21 e levar-me de volta são e salvo à casa do meu pai, então o Senhor será o meu Deus, 22 e esta pedra que hoje pus como coluna será casa de Deus, e, de tudo o que me deres, certamente te darei o dízimo.
1 Ο Ισαάκ κάλεσε τον Ιακώβ, τον ευλόγησε και τον πρόσταξε: «Μην πάρεις γυναίκα από τις κόρες της Χαναάν. 2 Σήκω, πήγαινε στη Μεσοποταμία, στο σπίτι του Βεθουήλ, του πατέρα της μητέρας σου, και πάρε από ’κει για γυναίκα σου μια απ’ τις κόρες του Λάβαν, του αδερφού της. 3 Κι ο παντοδύναμος Θεός να σε ευλογήσει, να σου δώσει πάρα πολλούς απογόνους, και να σε κάνει γενάρχη ενός πλήθους λαών. 4 Να σου δώσει την ευλογία του Αβραάμ σ’ εσένα και στους απογόνους σου, ώστε να πάρεις ιδιοκτησία σου τη χώρα όπου τώρα σαν ξένος κατοικείς, και που την έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ».
5 Έτσι, ο Ισαάκ κατευόδωσε τον Ιακώβ, κι εκείνος έφυγε για τη Μεσοποταμία να πάει στο Λάβαν, γιο του Βεθουήλ του Αραμαίου και αδερφό της Ρεβέκκας, μάνας του Ιακώβ και του Ησαύ.
6 Ο Ησαύ είδε ότι ο Ισαάκ ευλόγησε τον Ιακώβ και τον έστειλε να φύγει στη Μεσοποταμία για να πάρει από ’κει γυναίκα. Επίσης είδε ότι καθώς ο Ισαάκ τον ευλογούσε, τον πρόσταξε να μην πάρει γυναίκα από τις κόρες της Χαναάν, 7 κι ότι ο Ιακώβ άκουσε τον πατέρα του και τη μητέρα του και έφυγε στη Μεσοποταμία. 8 Τότε κατάλαβε ότι οι κόρες της Χαναάν δεν άρεσαν στον πατέρα του. 9 Γι’ αυτό πήγε στον Ισμαήλ, γιο του Αβραάμ και πήρε για γυναίκα την κόρη του τη Μαχαλάθ, αδερφή του Νεβαϊώθ, χώρια απ’ τις άλλες γυναίκες που είχε.
Το όνειρο του Ιακώβ στη Βαιθήλ
10 Ο Ιακώβ έφυγε από τη Βέερ-Σεβά και πήγαινε προς τη Χαρράν. 11 Όταν έδυε ο ήλιος έφτασε σ’ έναν τόπο όπου και έμεινε για να διανυκτερεύσει. Έβαλε ένα λιθάρι για προσκέφαλό του και κοιμήθηκε εκεί. 12 Στον ύπνο του τη νύχτα είδε μια σκάλα, που στηριζότανε στη γη και η κορυφή της άγγιζε τον ουρανό. Πάνω της ανέβαιναν και κατέβαιναν άγγελοι του Θεού. 13 Κι ο Κύριος στάθηκε πάνω της και του είπε: «Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός των πατέρων σου Αβραάμ και Ισαάκ. Αυτή τη χώρα που κοιμάσαι θα τη δώσω σ’ εσένα και στους απογόνους σου. 14 Πλήθος θα είναι οι απόγονοί σου όπως οι κόκκοι της σκόνης στη γη. Θα επεκταθείς δυτικάδυτικά. Κατά λ. «προς τη θάλασσα». και ανατολικά, βόρεια και νότια, και θα ευλογηθούν στο πρόσωπό σου και μέσω των απογόνων σου όλα τα έθνη της γης. 15 Εγώ θα είμαι μαζί σου και θα σε φυλάω όπου κι αν πηγαίνεις, και θα σε φέρω πίσω σ’ αυτήν εδώ τη χώρα. Δε θα σε αφήσω ώσπου να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου».
16 Ο Ιακώβ ξύπνησε τρομαγμένος και είπε: «Αλήθεια, ο Κύριος είναι σ’ αυτό τον τόπο κι εγώ δεν το ήξερα! 17 Τι φοβερός τόπος! Εδώ δεν είναι παρά ο οίκος του Θεού, κι αυτή είναι η πύλη του ουρανού». 18 Το πρωί που σηκώθηκε, πήρε το λιθάρι που το είχε για προσκέφαλό του, το έστησε ως ιερή στήλη, κι έχυσε λάδι πάνω στην κορφή της. 19 Και ονόμασε τον τόπο εκείνο Βαιθήλ (Οίκος Θεού), ενώ πρωτύτερα ονομαζόταν Λουζ. 20 Τότε ο Ιακώβ έκανε τάξιμο: «Αν ο Θεός είναι μαζί μου και με προστατεύσει στο ταξίδι που τώρα αρχίζω, αν μου δίνει τροφή να τρώω και ρούχα να φορώ, 21 και με βοηθήσει να γυρίσω γερός στο σπίτι του πατέρα μου, τότε ο Κύριος θα είναι ο Θεός μου. 22 Αυτό το λιθάρι που έστησα ως ιερή στήλη θα γίνει τόπος λατρείας του Θεού· κι από όλα όσα αυτός θα μου δίνει, εγώ θα του δίνω το ένα δέκατο».