1 Assim, foram concluídos os céus e a terra e tudo o que neles há.2.1 Hebraico: e todo o seu exército.
2 No sétimo dia, Deus já havia concluído o trabalho que realizara; assim, nesse dia, descansou de todo o seu trabalho. 3 Então, Deus abençoou o sétimo dia e o santificou, porque foi nesse dia que ele descansou de todo o trabalho que realizara.
O homem e a mulher
4 Este é o registro das origens2.4 Hebraico: Estas são as gerações. dos céus e da terra, quando foram criados, no tempo em que o Senhor Deus fez a terra e os céus.
5 Ainda não havia nenhum arbusto no campo, e nenhuma planta havia brotado, porque o Senhor Deus ainda não tinha feito chover sobre a terra, e não havia homem para cultivar o solo. 6 Contudo, uma fonte fluía2.6 Ou uma névoa subia. da terra que irrigava toda a superfície do solo. 7 Então, o Senhor Deus formou o homem2.7 Os termos homem e Adão (adam) assemelham-se à palavra terra (adamá) em hebraico. do pó da terra e soprou-lhe nas narinas o fôlego de vida, e o ser humano se tornou um ser vivente.
8 O Senhor Deus plantou um jardim no Éden, a leste, e ali pôs o ser humano que formou. 9 Então, o Senhor Deus fez brotar do solo todo tipo de árvores agradáveis aos olhos e boas para alimento. No meio do jardim, estavam a árvore da vida e a árvore do conhecimento do bem e do mal.
10 Um rio fluía do Éden para irrigar o jardim e de lá se dividia em quatro braços. 11 O nome do primeiro é Pisom. Ele circunda toda a terra de Havilá, onde existe ouro. 12 O ouro daquela terra é excelente; lá também estão o bdélio e a pedra de ônix. 13 O nome do segundo é Giom. Ele circunda toda a terra de Cuxe. 14 O nome do terceiro é Tigre. Ele corre a leste de Assur. O quarto rio é o Eufrates.
15 O Senhor Deus tomou o homem e o pôs no jardim do Éden para cultivá-lo e guardá-lo. 16 E o Senhor Deus ordenou ao homem:
— Coma livremente de qualquer árvore do jardim. 17 Mas não coma da árvore do conhecimento do bem e do mal, porque, no dia em que comer dela, certamente você morrerá.
18 Então, o Senhor Deus disse:
— Não é bom que o homem esteja só; farei para ele uma aliada que lhe seja semelhante.2.18 Ou uma auxiliadora que lhe corresponda; também no versículo 20.
19 Então, o Senhor Deus formou da terra todos os animais do campo e todas as aves do céu e os trouxe ao homem para ver como os designaria; o nome dado pelo homem a cada ser vivo seria o seu nome. 20 Assim, o homem deu nomes a todos os animais de rebanho, às aves do céu e a todos os animais do campo. Contudo, não se encontrava para o homem2.20 Ou Adão. uma aliada semelhante a ele.
21 Então, o Senhor Deus fez o homem cair em um sono profundo e, enquanto este dormia, tirou-lhe uma das costelas,2.21 Ou tirou-lhe parte de um dos lados do homem; também no versículo 22. fechando o lugar com carne. 22 Da costela que havia tirado do homem, o Senhor Deus fez uma mulher e a levou até ele. 23 Então, o homem disse:
"Esta, por fim, é osso dos meus ossos
e carne da minha carne!
Ela será chamada ‘mulher’,
porque do homem2.23 Os termos homem (ish) e mulher (ishá) formam um jogo de palavras em hebraico. foi tirada".
24 Por essa razão, o homem deixará pai e mãe e se unirá à sua mulher, e eles se tornarão uma só carne.
25 O homem e a sua mulher estavam nus, mas não sentiam vergonha.
1 Έτσι ολοκληρώθηκαν ο ουρανός και η γη και ό,τι υπάρχει σ’ αυτά. 2 Μέχρι την έκτη μέρα ο Θεός είχε τελειώσει το έργο του και την έβδομη μέρα σταμάτησε να δημιουργεί. 3 Την έβδομη ημέρα την ευλόγησε και την καθαγίασε, γιατί αυτή την ημέρα ολοκλήρωσε τη δημιουργία του και αναπαύθηκε. 4 Έτσι, λοιπόν, δημιουργήθηκαν σταδιακά ο ουρανός και η γη.Το εβρ. χαρακτηρίζει το σχετικό κείμενο «γενεαλογία του ουρανού και της γης».
Ο Θεός βάζει τον άνθρωπο στον κήπο της Εδέμ
Την ημέρα που ο Κύριος ο Θεός δημιούργησε τη γη και τον ουρανό, 5 δεν υπήρχαν θάμνοι στη γη ούτε είχαν φυτρώσει χόρτα, γιατί ο Κύριος ο Θεός δεν είχε ακόμη βρέξει πάνω στη γη και δεν υπήρχε άνθρωπος για να καλλιεργήσει το έδαφος. 6 Από τη γη όμως ανέβλυζε νερό και πότιζε όλη την επιφάνεια του εδάφους. 7 Τότε ο Κύριος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από το χώμα της γης και φύσηξε μέσα στα ρουθούνια του πνοή ζωής. Έτσι έγινε ο άνθρωπος ζωντανό ον.
8 Ύστερα ο Κύριος ο Θεός φύτεψε έναν κήπο στην Εδέμ προς την ανατολή, όπου έβαλε τον άνθρωπο που είχε πλάσει. 9 Έκανε να βλαστήσουν από τη γη όλα τα είδη των δέντρων. Ήταν ωραία στην εμφάνιση και οι καρποί τους ήταν εύγευστοι. Στη μέση του κήπου ήταν το δέντρο της ζωής· εκεί ήταν και το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού.
10 Από την Εδέμ πήγαζε ένα ποτάμι και πότιζε τον κήπο, κι από ’κει διαχωριζόταν σε τέσσερις παραποτάμους. 11 Το όνομα του ενός είναι Φισών και περικυκλώνει όλη τη χώρα Ευειλά, όπου υπάρχει το χρυσάφι. 12 Το χρυσάφι εκείνης της χώρας είναι καθαρό· εκεί υπάρχει και το βδέλλιο και ο λίθος όνυχας. 13 Το όνομα του δεύτερου ποταμού είναι Γιχών και περικυκλώνει όλη τη χώρα Χους. 14 Το όνομα του τρίτου ποταμού είναι Τίγρης. Αυτός ρέει ανατολικά της Ασσυρίας. Κι ο τέταρτος ποταμός είναι ο Ευφράτης.
15 Πήρε, λοιπόν, ο Κύριος ο Θεός τον άνθρωπο και τον έβαλε μέσα στον κήπο της Εδέμ για να τον καλλιεργεί και να τον προσέχει. 16 Του έδωσε αυτήν την εντολή: «Απ’ όλα τα δέντρα του κήπου μπορείς να τρως. 17 Από το δέντρο όμως της γνώσης του καλού και του κακού να μη φας· γιατί την ίδια μέρα που θα φας απ’ αυτό, εξάπαντος θα πεθάνεις».θα πεθάνεις. Η: «θα γίνεις θνητός».
18 Ο Κύριος ο Θεός είπε: «Δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος. Θα του φτιάξω έναν σύντροφο όμοιον μ’ αυτόν».
19 Ο Κύριος έπλασε από το έδαφος όλα τα ζώα του αγρού και τα πτηνά του ουρανού και τα έφερε μπροστά στον άνθρωπο, για να δει πώς θα τα ονομάσει. Και ό,τι όνομα έδινε ο άνθρωπος σε κάθε ζωντανή ύπαρξη, αυτό ήταν και το όνομά της. 20 Έδωσε ονόματα σε όλα τα ζώα, στα πτηνά του ουρανού και στα άγρια θηρία. Για τον άνθρωπο όμως δεν βρέθηκε σύντροφος όμοιός του. 21 Τότε ο Κύριος ο Θεός τον έριξε σε βαθύ ύπνο κι αποκοιμήθηκε· πήρε μία από τις πλευρές του και τη θέση της τη συμπλήρωσε με σάρκα. 22 Μετά, από την πλευρά που πήρε από τον Αδάμ, σχημάτισε μια γυναίκα και την οδήγησε σ’ αυτόν. 23 Τότε ο Αδάμ είπε:
«Αυτό επιτέλους είναι κόκαλο
από τα κόκαλά μου
και σάρκα από τη σάρκα μου.
"Γυναίκα"Στα εβρ. η λ. «γυναίκα» παράγεται ετυμολογικώς από τη λ. «άνδρας», όπως στα αρχαία ελληνικά η λ. «ανδρίς» από το «ανήρ». αυτή θα λέγεται,
γιατί απ’ τον άντρα πάρθηκε».
24 Γι’ αυτόν το λόγο θα εγκαταλείπει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα ενώνεται με τη γυναίκα του· θα γίνονται ένας άνθρωπος.
25 Ο Αδάμ και η γυναίκα του ήταν και οι δύο γυμνοί και δεν ντρέπονταν.