A aliança de Deus com Abrão
1 Depois dessas coisas, a palavra do Senhor veio a Abrão em uma visão:
"Não tenha medo, Abrão!
Eu sou o seu escudo;
a sua recompensa será muito grande".15.1 Ou Eu sou o seu escudo, / sua grande recompensa.
2 Abrão, porém, perguntou:
— Ó Soberano Senhor, que me darás se continuo sem filhos e o herdeiro da minha casa é Eliézer de Damasco?15.2 O significado dessa frase em hebraico é incerto.
3 Ele acrescentou:
— Veja, tu não me deste descendência! Um filho entre os da minha casa será o meu herdeiro!
4 Então, a palavra do Senhor veio a ele:
— O seu herdeiro não será esse. Aquele que for gerado por você será o seu herdeiro.
5 Levando-o para fora da tenda, disse-lhe:
— Olhe para o céu e conte as estrelas, se é que pode contá-las.
Então, prosseguiu:
— Assim será a sua descendência.
6 Abrão creu no Senhor, e o Senhor lhe atribuiu isso como justiça.
7 Disse-lhe ainda:
— Eu sou o Senhor, que o tirei de Ur dos caldeus para dar a você a posse desta terra.
8 Abrão perguntou-lhe:
— Ó Soberano Senhor, como posso saber que tomarei posse dela?
9 O Senhor respondeu-lhe:
— Traga-me uma novilha, uma cabra e um carneiro, todos com três anos de vida, e também uma rolinha e um pombinho.
10 Abrão levou todos esses animais, cortou-os ao meio e colocou cada uma das metades em frente à outra; as aves, porém, ele não cortou. 11 Aves de rapina começaram a descer sobre os cadáveres, mas Abrão as enxotava.
12 Ao pôr do sol, um sono profundo caiu sobre Abrão, e eis que vieram sobre ele trevas densas e apavorantes. 13 Então, o Senhor lhe disse:
— Saiba, com certeza, que a sua descendência será estrangeira em uma terra que não lhes pertencerá; também serão escravizados e oprimidos por quatrocentos anos. 14 Eu, porém, castigarei a nação à qual servirão como escravos e, depois de tudo, sairão com muitos bens. 15 Quanto a você, irá em paz aos seus antepassados e será sepultado em boa velhice. 16 Na quarta geração, os seus descendentes voltarão para cá, porque a maldade dos amorreus ainda não atingiu o seu auge.
17 Quando o sol se pôs e veio a escuridão, eis que um fogareiro esfumaçante, com uma tocha flamejante, passou por entre os pedaços dos animais. 18 Naquele dia, o Senhor fez a seguinte aliança com Abrão:
— À sua descendência dei esta terra, desde o ribeiro do Egito até o grande rio, o Eufrates: 19 a terra dos queneus, dos quenezeus, dos cadmoneus, 20 dos hititas, dos ferezeus, dos refains, 21 dos amorreus, dos cananeus, dos girgaseus e dos jebuseus.
Η διαθήκη του Θεού με τον Άβραμ
1 Ύστερα απ’ αυτά τα γεγονότα, ο Κύριος είπε σε όραμα στον Άβραμ: «Μη φοβάσαι, Άβραμ. Εγώ είμαι η ασπίδα σου. Η ανταμοιβή σου θα είναι πάρα πολύ μεγάλη».
2 Ο Άβραμ απάντησε: «Δέσποτα Κύριε, τι θα μου δώσεις; Εγώ φεύγω άτεκνος· και κληρονόμοςκληρονόμος. Ο εβρ. όρος «μπεν-Μέσεκ» δηλώνει πιθανώς τον υπηρέτη που ήταν επιφορτισμένος με το ειδικό καθήκον να προσφέρει σπονδές στους τάφους των νεκρών προγόνων, θέση η οποία του εξασφάλιζε ιδιαίτερα προνόμια. του σπιτιού μου είναι ο Ελιέζερ από τη Δαμασκό». 3 Και πρόσθεσε: «Αφού δεν μου έδωσες απογόνους, θα με κληρονομήσει ο δούλος του σπιτιού μου».
4 Ο Κύριος του αποκρίθηκε: «Δε θα σε κληρονομήσει αυτός, αλλά εκείνος που θα βγει από τα σπλάχνα σου». 5 Τον έφερε τότε έξω και του είπε: «Κοίτα τον ουρανό και μέτρα τ’ αστέρια, αν μπορείς να τα μετρήσεις. Έτσι αναρίθμητοι θα είναι και οι απόγονοί σου».
6 Ο Άβραμ πίστεψε στον Κύριο και γι’ αυτή του την πίστη ο Κύριος τον αναγνώρισε δίκαιο.
7 Του είπε ακόμα: «Εγώ είμαι ο Κύριος, που σε έβγαλα από την Ουρ των Χαλδαίων, για να σου δώσω αυτή τη χώρα για ιδιοκτησία σου». 8 Ο Άβραμ ρώτησε: «Δέσποτα Κύριε, πώς θα ξέρω ότι θα είναι δική μου;» 9 Τότε ο Κύριος του είπε: «Φέρε μου ένα δαμάλι τριών ετών κι ένα κατσίκι τριών ετών, ένα κριάρι τριών ετών, ένα τρυγόνι και ένα περιστέρι». 10 Ο Άβραμ έφερε όλα αυτά τα ζώα, τα έκοψε στη μέση και τα έβαλε σε δύο σειρές, κάθε μισό απέναντι στο άλλο. Μόνο τα πουλιά δεν τα έκοψε στα δύο.Τελετουργικό σύναψης συμφωνίας. Οι συμβαλλόμενοι δέχονταν να έχουν την ίδια τύχη με τα διαμελιζόμενα ζώα αν δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους. Στο Ιερ 34:18 γίνεται υπαινιγμός ενός τέτοιου τελετουργικού.11 Πάνω στα σφαγμένα ζώα άρχισαν να ορμούν αρπακτικά όρνια κι ο Άβραμ τα έδιωχνε.
12 Καθώς ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει, ο Άβραμ έπεσε σε βαθύ ύπνο, και τον έπιασε έντονο και φοβερό άγχος. 13 Τότε του είπε ο Κύριος: «Να το ξέρεις καλά πως κάποτε οι απόγονοί σου θα πάνε να ζήσουν σε μια ξένη χώρα. Εκεί θα γίνουν δούλοι και θα τους καταπιέσουν για τετρακόσια χρόνια.
14 »Αλλά εγώ θα τιμωρήσω το λαό που θα τους υποδουλώσει και τότε θα φύγουν από τη χώρα εκείνη με πλούτη πολλά. 15 Εσύ θα πεθάνεις ειρηνικά σε βαθιά γεράματα και θα ταφείς. 16 Όταν φτάσουν στην τέταρτη γενιά θα επιστρέψουν εδώ, γιατί ως τότε δεν θα έχει ακόμη ολοκληρωθεί η ανομία των Αμορραίων για να τιμωρηθούν».
17 Όταν ο ήλιος βασίλεψε τελείως κι έπεσε το σκοτάδι, φάνηκε ξαφνικά ένα καμίνι να καπνίζει, και μια πύρινη φλόγα πέρασε ανάμεσα σ’ εκείνα τα κομμάτια των ζώων. 18 Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κύριος έκανε διαθήκη με τον Άβραμ και του είπε: «Στους απογόνους σου θα δώσω αυτή τη χώρα, από τον ποταμό της Αιγύπτου μέχρι το μεγάλο ποταμό, δηλαδή τον Ευφράτη, 19 που τώρα την κατοικούν οι Κεναίοι, οι Κενεζαίοι, οι Κεδμωναίοι, 20 οι Χετταίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ρεφαΐτες,Ρεφαΐτες. Στα εβρ. σημαίνει «γίγαντες».21 οι Αμορραίοι, οι Χαναναίοι, οι Γεργεσαίοι και οι Ιεβουσαίοι».