O julgamento dos idólatras
1 Então, eu o ouvi clamar em alta voz:
— Tragam aqui os guardas da cidade, cada um com uma arma na mão.
2 Então, vi seis homens que vinham da porta Superior, que está voltada para o norte, cada um com uma arma mortal na mão. Com eles estava um homem vestido de linho que tinha um estojo de escriba à cintura. Eles entraram e se puseram ao lado do altar de bronze.
3 A glória do Deus de Israel levantou-se de cima do querubim, onde havia estado, e se moveu para a soleira do templo. Então, o Senhor chamou o homem vestido de linho, que tinha o estojo de escriba à cintura, 4 e lhe disse:
— Percorra a cidade de Jerusalém e ponha um sinal na testa daqueles que choram e se lamentam por causa de todas as práticas detestáveis que ocorrem nela.
5 Enquanto eu escutava, ele disse aos outros:
— Sigam-no por toda a cidade e matem, sem piedade nem compaixão, 6 velhos, rapazes, moças, mulheres e crianças, mas não toquem em ninguém que tenha o sinal. Comecem pelo meu santuário.
Então, começaram pelas autoridades que estavam na frente do templo.
7 Ele lhes disse:
— Contaminem o templo e encham de mortos os pátios. Podem ir!
Eles saíram e começaram a matança na cidade toda. 8 Enquanto isso, fiquei sozinho. Então, prostrei-me com o rosto em terra, clamando:
— Ah! Soberano Senhor! Vais destruir todo o remanescente de Israel, lançando a tua ira sobre Jerusalém?
9 Ele me respondeu:
— A iniquidade do povo de Israel e de Judá é enorme; a terra está cheia de sangue derramado, e a cidade, cheia de injustiça. Eles dizem: "O Senhor abandonou o país; o Senhor não nos vê". 10 Então, eu, da minha parte, não olharei para eles com piedade nem os pouparei, mas farei cair sobre a cabeça deles o que têm feito.
11 Então, o homem vestido de linho com o estojo de escriba à cintura voltou trazendo um relatório e disse:
— Fiz conforme tudo o que me ordenaste.
Σφαγή των ενόχων
1 Τότε άκουσα τον Κύριο να φωνάζει με δυνατή φωνή και να λέει: «Πλησιάστε τιμωροί της πόλης, κρατώντας καθένας στο χέρι του το καταστροφικό του όπλο». 2 Ήρθαν τότε έξι άντρες από την κατεύθυνση της άνω πύλης, που βλέπει στο βορρά, καθένας κρατώντας το όπλο του για τη σφαγή, και μαζί τους ήταν ένας άντρας, ντυμένος στα λινά,λινά. Υπονοείται η ενδυμασία ιερέως. με ένα μελανοδοχείο γραμματέα στη μέση του. Ήρθαν και στάθηκαν δίπλα στο χάλκινο θυσιαστήριο.
3 Η δόξα του Θεού του Ισραήλ είχε σηκωθεί από τα χερουβίμ,χερουβίμ. Εδώ εννοούνται τα όντα του αρχικού οράματος του προφήτη (κεφ. 1:5-28). πάνω στα οποία αναπαυόταν, και είχε έρθει στο κατώφλι του ναού. Έπειτα ο Κύριος φώναξε τον άντρα, που ήταν ντυμένος στα λινά και είχε το μελανοδοχείο του γραμματέα στη μέση του, 4 και του είπε: «Πήγαινε, διάσχισε την Ιερουσαλήμ και βάλε σημάδι στα μέτωπα των ανθρώπων εκείνων που στενάζουν και θλίβονται για τις βδελυρές πράξεις που γίνονται μέσα στην πόλη». 5 Και στους άλλους είπε, έτσι που ν’ ακούω κι εγώ: «Ακολουθήστε αυτόν τον άντρα στην πόλη και σκορπίστε το θάνατο· μη λυπηθείτε ούτε να διστάσετε για κανέναν. 6 Σφάξτε τους όλους αυτούς, γέρους, νέους και παρθένες, μικρά παιδιά και μανάδες· εξοντώστε τους τελείως. Αλλά μην αγγίξετε κανέναν που έχει στο μέτωπό του το σημάδι. Αρχίστε από το αγιαστήριό μου». Έτσι άρχισαν από τους πρεσβυτέρους, που ήταν μπροστά στο ναό. 7 Ύστερα τους είπε: «Γεμίστε τις αυλές με σκοτωμένους έστω κι αν μολύνετε το ναό μ’ αυτούς. Μετά βγείτε έξω!» Και βγήκαν και σκότωναν στην πόλη.
8 Ενώ αυτοί σκότωναν, εγώ ήμουν μόνος· έπεσα τότε με το πρόσωπο στη γη και φώναξα: «Αχ, Κύριε, Θεέ! Θα ξεσπάσεις οργισμένος και εναντίον της Ιερουσαλήμ; Σκοπεύεις δηλαδή να καταστρέψεις όλους τους Ισραηλίτες, που έχουν απομείνει;» 9 Εκείνος μου απάντησε: «Η ενοχή των κατοίκων του Ισραήλ και του Ιούδα είναι πάρα πολύ μεγάλη· η χώρα και η πόλη είναι γεμάτη εγκλήματα και αδικίες. "Ο Κύριος εγκατέλειψε τη χώρα", λένε, "ο Κύριος δεν βλέπει". 10 Γι’ αυτό κι εγώ δε θα τους λυπηθώ ούτε θα τους δείξω έλεος. Θ’ ανταποδώσω τα έργα τους πάνω στο κεφάλι τους». 11 Τότε ο άνθρωπος με τα λινά και το μελανοδοχείο στη μέση αποκρίθηκε: «Έκανα όπως με διέταξες».