Ο Ιερεμίας και η φυλή των Ρηχαβιτών
1 Όταν βασιλιάς στον Ιούδα ήταν ο Ιωακίμ, γιος του Ιωσία, είπε ο Κύριος στον Ιερεμία: 2 «Πήγαινε στους άντρες της φυλής των Ρηχαβιτώντης φυλής των Ρηχαβιτών. Βλ. Β΄ Βασ 10:15-16· Α΄ Χρ 2:55. και προσκάλεσέ τους να έρθουν στο ναό μου, σε ένα από τα δωμάτια, και πρόσφερέ τους εκεί κρασί».
3 Τότε εγώ πήρα τον Αζανία, γιο ενός άλλου Ιερεμία και εγγονό του Χαβασινία, μαζί με τους αδερφούς του και όλους τους γιους του καθώς και όλους τους άνδρες της φυλής των Ρηχαβιτών. 4 και τους έφερα στο ναό του Κυρίου. Τους πήγα στο δωμάτιο των μαθητών του Ανάν, γιου του Ιγδαλία και ανθρώπου του Θεού.ανθρώπου του Θεού. Άλλη ονομασία για τον προφήτη. Το δωμάτιο αυτό βρισκόταν κοντά στο δωμάτιο των αρχόντων και πάνω από το δωμάτιο του Μαασεΐα, γιου του Σαλλούμ, και φρουρού της πύλης του ναού. 5 Τοποθέτησα μπροστά στους ανθρώπους της φυλής των Ρηχαβιτών δοχεία γεμάτα κρασί και ποτήρια, και τους είπα: «Πιείτε κρασί».
6 Αυτοί απάντησαν: «Εμείς δεν πίνουμε κρασί, γιατί ο πρόγονός μας ο Ιωναδάβ, γιος του Ρηχάβ, μας διέταξε σε καμιά περίπτωση να μην πίνουμε κρασί, ούτε εμείς ούτε οι απόγονοί μας. 7 Επίσης μας διέταξε να μη χτίζουμε σπίτια, να μην καλλιεργούμε τη γη, να μη φυτεύουμε αμπέλια ούτε να αποκτούμε ακίνητα, αλλά να κατοικούμε σε σκηνές όλη μας τη ζωή, για να ζήσουμε πολλά χρόνια σ’ αυτήν τη χώρα, στην οποία κατοικούσαμε σαν ξένοι. 8 Εμείς υπακούσαμε στις παραγγελίες του προγόνου μας του Ιωναδάβ, γιου του Ρηχάβ, σε όλα όσα μας πρόσταξε: δεν πίνουμε ποτέ μας κρασί ούτε εμείς, ούτε οι γυναίκες μας ούτε τα παιδιά μας· 9 δε χτίζουμε σπίτια, δεν έχουμε αμπέλια ούτε χωράφια να τα καλλιεργούμε με σιτηρά. 10 Μένουμε σε σκηνές και κάνουμε σύμφωνα με όλα όσα μας διέταξε ο πρόγονός μας ο Ιωναδάβ. 11 Όταν όμως ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ επιτέθηκε εναντίον της χώρας αυτής, αποφασίσαμε να έρθουμε στην Ιερουσαλήμ για να γλιτώσουμε από το στρατό των Βαβυλωνίων και των Σύρων. Έτσι τώρα μένουμε στην Ιερουσαλήμ».
12 Ο Κύριος είπε στον Ιερεμία: 13 «Πήγαινε και πες στο λαό του βασιλείου του Ιούδα και στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ ότι ο Κύριος του σύμπαντος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: "γιατί αρνείστε να υπακούσετε στα λόγια μου; 14 Η εντολή του Ιωναδάβ, γιου του Ρηχάβ, που είχε διατάξει τους απογόνους του να μην πίνουν κρασί, τηρήθηκε και μέχρι σήμερα δεν πίνουν, γιατί υπακούν στην προσταγή του προγόνου τους. Εμένα όμως, που σας μίλησα επίμονα, δε με ακούσατε. 15 Σας έστειλα επανειλημμένα τους δούλους μου τους προφήτες και σας παρήγγειλα: Αφήστε ο καθένας σας τον κακό του δρόμο και διορθώστε τα έργα σας· σταματήστε ν’ ακολουθείτε άλλους θεούς και να τους λατρεύετε· τότε θα κατοικήσετε τη χώρα που έδωσα σ’ εσάς και στους προγόνους σας. Δε με ακούσατε όμως, ούτε δώσατε καμιά προσοχή. 16 Οι απόγονοι του Ιωναδάβ, γιου του Ρηχάβ, εκτέλεσαν την προσταγή που τους έδωσε ο πρόγονός τους· αλλά εσείς, λαέ του Ιούδα, εμένα δεν με υπακούσατε. 17 Γι’ αυτό θα φέρω πάνω σας, κάτοικοι του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ, όλα τα δεινά που έχω απειλήσει εναντίον σας, γιατί σας μίλησα και δεν υπακούσατε σας κάλεσα και δεν ανταποκριθήκατε. Εγώ το λέω, ο Κύριος του σύμπαντος, ο Θεός του Ισραήλ"».
18 Τότε είπε ο Ιερεμίας στους Ρηχαβίτες: «Ο Κύριος του σύμπαντος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: "επειδή υπακούσατε στη διαταγή του προγόνου σας του Ιωναδάβ και τηρήσατε όλες τις εντολές του και πράξατε σύμφωνα με όλα όσα σας διέταξε, 19 γι’ αυτό πάντα θα υπάρχει ένας άντρας από τους απογόνους του Ιωναδάβ, γιου του Ρηχάβ, που θα έχει το προνόμιο να με υπηρετεί αιώνια. Εγώ το λέω, ο Κύριος του σύμπαντος, ο Θεός του Ισραήλ"».
Os recabitas
1 Durante o reinado de Jeoaquim, filho de Josias, rei de Judá, o Senhor dirigiu esta palavra a Jeremias:
2 — Vá à casa dos recabitas, convide-os a vir a um dos recintos do templo do Senhor e ofereça-lhes vinho para beber.
3 Então, busquei Jazanias, filho de Jeremias, filho de Habazinias, com os irmãos dele, com todos os filhos dele e com toda a casa dos recabitas. 4 Eu os levei ao templo do Senhor, ao recinto dos filhos de Hanã, filho de Jigdalias, homem de Deus. O recinto ficava ao lado do recinto dos líderes e debaixo do recinto de Maaseias, filho de Salum, o porteiro. 5 Então, coloquei vasilhas cheias de vinho e alguns copos diante dos membros da casa dos recabitas e lhes pedi que bebessem.
6 Eles, porém, disseram:
— Não bebemos vinho, porque o nosso antepassado Jonadabe, filho de Recabe, nos deu esta ordem: "Nem vocês nem os seus descendentes jamais beberão vinho. 7 Vocês não construirão casas nem semearão; não plantarão vinhas nem as possuirão, mas sempre habitarão em tendas. Assim, vocês viverão por muito tempo na terra na qual são nômades". 8 Temos obedecido a tudo o que nos ordenou o nosso antepassado Jonadabe, filho de Recabe. Nós, as nossas mulheres, os nossos filhos e as nossas filhas jamais bebemos vinho em toda a nossa vida, 9 não construímos casas para nossa moradia nem possuímos vinhas, campos ou plantações. 10 Temos vivido em tendas e obedecido fielmente a tudo o que o nosso antepassado Jonadabe nos ordenou. 11 Mas, quando Nabucodonosor, rei da Babilônia, invadiu esta terra, dissemos: "Venham, vamos para Jerusalém, para escapar dos exércitos dos babilônios35.11 Ou caldeus. e dos arameus. Assim, permanecemos em Jerusalém".
12 A palavra do Senhor veio a Jeremias:
13 — Assim diz o Senhor dos Exércitos, o Deus de Israel: Vá dizer aos homens de Judá e aos habitantes de Jerusalém: "Será que vocês não vão aprender a lição e obedecer às minhas palavras?", declara o Senhor. 14 "Jonadabe, filho de Recabe, ordenou aos seus filhos que não bebessem vinho, e essa ordem tem sido obedecida até hoje. Eles obedecem à ordem do seu antepassado. Eu tenho falado a vocês vez após vez; contudo, vocês não me obedecem. 15 Enviei a vocês vez após vez todos os meus servos, os profetas, para dizer que cada um de vocês deveria converter-se da sua má conduta, corrigir as suas ações e deixar de seguir outros deuses para prestar-lhes culto. Assim, vocês habitariam na terra que dei a vocês e aos seus antepassados. Vocês, porém, não me deram atenção nem me obedeceram. 16 Os descendentes de Jonadabe, filho de Recabe, cumprem a ordem que o seu antepassado lhes deu, mas este povo não me obedece.
17 "Portanto, assim diz o Senhor, o Deus dos Exércitos, o Deus de Israel: ‘Trarei sobre Judá e sobre todos os habitantes de Jerusalém toda a desgraça da qual os adverti, porque falei a eles, mas não me ouviram; chamei-os, mas não me responderam’ ".
18 Jeremias disse à casa dos recabitas:
— Assim diz o Senhor dos Exércitos, o Deus de Israel: "Vocês têm obedecido àquilo que o seu antepassado Jonadabe ordenou; têm cumprido todas as suas instruções e têm feito tudo o que ele ordenou. 19 Por isso, assim diz o Senhor dos Exércitos, o Deus de Israel: ‘Jamais faltará a Jonadabe, filho de Recabe, um descendente que me sirva’ ".