Ο βασιλιάς Σεδεκίας στέλνει να ρωτήσουν τον Ιερεμία
1 Ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ τοποθέτησε βασιλιά του Ιούδα το Σεδεκία, γιο του Ιωσία, στη θέση του Χονία, γιου του Ιωακίμ.Βλ. Β΄ Βασ 24:8-17. Για τα γεγονότα που ακολουθούν βλ. Β΄ Βασ 24:18-20. – του Χονία. Άλλη μορφή του ονόματος «Ιωαχίν».2 Αλλά τότε ούτε ο Σεδεκίας ούτε οι αξιωματούχοι του ούτε ο λαός της χώρας άκουγαν αυτά που προανάγγελλε ο Κύριος με τον προφήτη Ιερεμία.
3 Ο βασιλιάς Σεδεκίας έστειλε τον Ιεουχάλ, γιο του Σελεμία και τον ιερέα Σοφονία, γιο του Μαασεΐα, στον προφήτη Ιερεμία για να του πουν: «Προσευχήσου, σε παρακαλούμε για μας στον Κύριο το Θεό μας». 4 Ο Ιερεμίας μπορούσε τότε να κινείται ελεύθερα ανάμεσα στο λαό· δεν είχε φυλακιστεί ακόμα. 5 Οι Βαβυλώνιοι που πολιορκούσαν την Ιερουσαλήμ, έμαθαν ότι ο στρατός του Φαραώ βγήκε από την Αίγυπτο, και γι’ αυτό αποσύρθηκαν από την Ιερουσαλήμ. 6 Τότε είπε ο Κύριος στον προφήτη Ιερεμία τι να απαντήσει στους απεσταλμένους του Σεδεκία: 7 «Ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: "πηγαίνετε να πείτε στο βασιλιά του Ιούδα που σας έστειλε σ’ εμένα για να με ρωτήσετε: Ο στρατός του Φαραώ, που ερχόταν να σας βοηθήσει, γυρίζει πίσω στη χώρα του, την Αίγυπτο. 8 Οι Βαβυλώνιοι, λοιπόν, θα ξανάρθουν, θα επιτεθούν σ’ αυτή την πόλη, θα την καταλάβουν και θα την πυρπολήσουν. 9 Εγώ, ο Κύριος, σας το λέω: Μην πλανιέστε με τη σκέψη ότι οι Βαβυλώνιοι θα φύγουν στ’ αλήθεια από την πόλη. Δεν πρόκειται να φύγουν! 10 Κι αν ακόμα νικήσετε το στρατό των Βαβυλωνίων, που τώρα σας πολεμάει, και απομείνουν μερικοί μόνο τραυματισμένοι ανάμεσα στους εχθρούς, αυτοί θα σηκωθούν απ’ τις σκηνές τους και θα ’ρθούν να καταστρέψουν με τη φωτιά αυτή την πόλη"».
Ο Ιερεμίας φυλακίζεται
11 Ο στρατός των Βαβυλωνίων αποσύρθηκε από την Ιερουσαλήμ, επειδή πλησίαζε ο στρατός του Φαραώ.Οι Βαβυλώνιοι εγκαταλείπουν την πολιορκία όχι για να φύγουν, αλλά για να επιτεθούν στο Φαραώ.12 Ο Ιερεμίας προσπάθησε τότε να βγει από την Ιερουσαλήμ για να πάει στην περιοχή της φυλής Βενιαμίν και να μοιράσει με τους συγγενείς του εκεί την οικογενειακή κληρονομιά του. 13 Όταν όμως έφτασε στην πύλη του Βενιαμίν, ο αρχηγός της φρουράς εκεί, ο Ιρεΐας, γιος του Σελεμία κι εγγονός του Ανανία, τον σταμάτησε, τον έπιασε και του είπε: «Εσύ πηγαίνεις στους Βαβυλώνιους!» 14 Ο Ιερεμίας απάντησε: «Ψέματα· δεν είμαι λιποτάκτης». Ο Ιρεΐας όμως δεν τον άκουσε· τον έπιασε και τον έφερε στους άρχοντες. 15 Οι άρχοντες οργίστηκαν εναντίον του Ιερεμία· διέταξαν να τον χτυπήσουν και τον φυλάκισαν στο σπίτι του γραμματέα Ιωνάθαν, που το είχαν μετατρέψει σε φυλακή. 16 Έβαλαν τον Ιερεμία σ’ έναν θολωτό υπόγειο χώρο, που προηγουμένως χρησίμευε για δεξαμενή, κι έμεινε εκεί για πολλές μέρες.
Η κράτηση του Ιερεμία γίνεται ελαφρότερη
17 Μια μέρα ο βασιλιάς Σεδεκίας, έστειλε και πήρε τον Ιερεμία κρυφά στο σπίτι του και τον ρώτησε: «Υπάρχει κανένα μήνυμα από τον Κύριο;» Κι ο Ιερεμίας απάντησε: «Υπάρχει· εσύ θα παραδοθείς στο βασιλιά της Βαβυλώνας». 18 Έπειτα ο Ιερεμίας ρώτησε το βασιλιά Σεδεκία: «Τι έγκλημα διέπραξα εναντίον σου ή εναντίον των αξιωματούχων σου ή του λαού αυτού και με φυλακίσατε; 19 Και πού είναι οι προφήτες σας που σας προφητεύουν και σας λένε ότι δε θα επιτεθεί ο βασιλιάς της Βαβυλώνας εναντίον σας και εναντίον αυτής της χώρας; 20 Σε παρακαλώ, λοιπόν τώρα, άκουσέ με, κύριέ μου, βασιλιά. Ας γίνει ευπρόσδεκτη η παράκλησή μου και μη με στείλεις πίσω στο σπίτι του γραμματέα Ιωνάθαν· αυτό θα είναι ο θάνατός μου».
21 Τότε ο βασιλιάς Σεδεκίας διέταξε κι έκλεισαν τον Ιερεμία στην αυλή της φρουράς και του έδιναν κάθε μέρα ένα καρβέλι ψωμί από τα αρτοπωλεία, όσο υπήρχε ψωμί στην πόλη. Έτσι έμεινε ο Ιερεμίας εκεί, στην αυλή της φρουράς.
Jeremias na prisão
1 Zedequias, filho de Josias, rei de Judá, foi designado rei por Nabucodonosor, rei da Babilônia. Ele reinou em lugar de Joaquim,37.1 Hebraico: Conias, variante de Joaquim. filho de Jeoaquim. 2 Nem ele, nem seus servos, nem o povo da terra deram atenção às palavras que o Senhor tinha falado por meio do profeta Jeremias.
3 O rei Zedequias, porém, mandou Jucal, filho de Selemias, e o sacerdote Sofonias, filho de Maaseias, ao profeta Jeremias com esta mensagem:
— Ore ao Senhor, o nosso Deus, em nosso favor.
4 Naquela época, Jeremias estava livre para circular no meio do povo, pois ainda não tinha sido preso. 5 Enquanto isso, o exército do faraó tinha saído do Egito. Quando os babilônios,37.5 Ou caldeus. que cercavam Jerusalém, ouviram isso, levantaram o cerco.
6 A palavra do Senhor veio ao profeta Jeremias:
7 — Assim diz o Senhor, o Deus de Israel: "Digam ao rei de Judá, que os mandou para consultar-me: ‘O exército do faraó, que saiu para ajudar vocês, retornará à sua própria terra, ao Egito. 8 Os babilônios voltarão e atacarão esta cidade; eles a conquistarão e a destruirão a fogo’ ".
9 — Assim diz o Senhor: "Não se enganem, dizendo: ‘Os babilônios certamente irão embora’. Porque eles não irão. 10 Ainda que vocês derrotassem todo o exército babilônio que está atacando vocês, e deles restassem apenas homens feridos nas suas tendas, eles se levantariam e incendiariam esta cidade".
11 Depois que o exército babilônio se retirou de Jerusalém por causa do exército do faraó, 12 Jeremias saiu da cidade, para ir ao território de Benjamim, a fim de tomar posse da propriedade que tinha no meio do povo daquele lugar. 13 Quando, porém, ele chegou à porta de Benjamim, o capitão da guarda, cujo nome era Jerias, filho de Selemias, filho de Hananias, prendeu o profeta Jeremias e disse:
— Você está desertando para o lado dos babilônios!
14 — Isso não é verdade! — disse Jeremias. — Não estou passando para o lado dos babilônios.
Jerias, porém, não quis ouvi-lo e, prendendo Jeremias, o levou aos líderes. 15 Eles ficaram furiosos com Jeremias, espancaram-no e o prenderam na casa do secretário Jônatas, a qual tinham transformado em prisão.
16 Jeremias foi posto em uma cela subterrânea da prisão, onde ficou por muito tempo. 17 Então, o rei mandou buscá-lo, e Jeremias foi trazido ao palácio. Secretamente, o rei lhe perguntou:
— Há alguma palavra da parte do Senhor?
— Há — respondeu Jeremias. — Tu serás entregue nas mãos do rei da Babilônia.
18 Então, Jeremias disse ao rei Zedequias:
— Que crime cometi contra ti, ou contra os teus servos, ou contra este povo, para que me mandasses para a prisão? 19 Onde estão os teus profetas que profetizaram: "O rei da Babilônia não atacará vocês nem a esta terra"? 20 Mas, agora, ó rei, meu senhor, escuta-me, por favor. Permite-me apresentar a minha súplica. Não me mandes de volta à casa de Jônatas, o secretário, para que eu não morra ali.
21 Então, o rei Zedequias deu ordens para que Jeremias fosse colocado no pátio da guarda e que diariamente recebesse pão da rua dos padeiros, enquanto houvesse pão na cidade. Assim, Jeremias permaneceu no pátio da guarda.