1 «Αν θέλεις να επιστρέψεις, Ισραήλ, μπορείς να επιστρέψεις σ’ εμένα», λέει ο Κύριος. «Αν πετάξεις τα βδελυρά σου είδωλα να μην τα βλέπω, δε θα μείνεις άλλο χωρίς πατρίδα. 2 Κι αν ορκιστείς επικαλούμενος το όνομα του αληθινού Θεού και είσαι ειλικρινής, τίμιος και δίκαιος, τότε οι κάτοικοι των εθνών θα ευλογούν ο ένας τον άλλον χρησιμοποιώντας το όνομά μου και θα είναι υπερήφανοι που με γνωρίζουν».
3 Ο Κύριος λέει στους κατοίκους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ: «Οργώστε καλά τα χωράφια σας αντί να σπέρνετε ανάμεσα στ’ αγκάθια. 4 Κάμετε περιτομή που να ευχαριστεί εμένα τον Κύριο· περιτμηθείτε στις καρδιές σας, άντρες του Ιούδα και κάτοικοι της Ιερουσαλήμ. Αλλιώς θα ξεσπάσει ο θυμός μου φλογερός σαν τη φωτιά, που κανείς δε θα μπορεί πια να τη σβήσει· τόσες πολλές θα είναι οι κακές σας πράξεις».
Διακήρυξη στο βασίλειο του Ιούδα
5 Αναγγείλατε και κηρύξτε στους κατοίκους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ. Σαλπίστε με τη σάλπιγγα σ’ όλη τη χώρα, φωνάξτε δυνατά, και πείτε τους: «Συναχθείτε γρήγορα να μπούμε στις οχυρωμένες πόλεις! 6 Βάλτε στους δρόμους οδοδείκτες προς τη Σιών, τρέξτε να γλιτώσετε! Μη στέκεστε! Γιατί κακό θα φέρω απ’ το βορρά,απ’ το βορρά. Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:14. καταστροφή μεγάλη».
7 Σαν το λιοντάρι που βγαίνει από το δάσος του, ξεκίνησε ο καταστροφέαςκαταστροφέας. Υπονοείται ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ. των εθνών και βγήκε από τον τόπο του, τη χώρα σας για να ερημώσει· οι πόλεις σας θα καταστραφούν και κανείς κάτοικος δε θ’ απομείνει. 8 Γι’ αυτό, φορέστε πένθιμα, θρηνήστε και μοιρολογήστε: «δεν έπαψε ακόμη ο Κύριος να είναι φοβερά θυμωμένος μαζί μας».
9 «Τη μέρα εκείνη», λέει ο Κύριος, «ο βασιλιάς κι οι άρχοντες θα χάσουν το θάρρος τους. Οι ιερείς θα ταραχθούν και οι προφήτες θα εκπλαγούν. 10 Τότε θα παραπονιούνται:θα παραπονιούνται, σύμφωνα με μερικές παλαιές μεταφράσεις. Το εβρ. έχει «θα παραπονεθώ». "αχ, Κύριε Θεέ, εξαπάτησες τελείως το λαό αυτό και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ· γιατί ενώ είπες πως θα ’χουμε ειρήνη, μάς έχουν βάλει το μαχαίρι στο λαιμό". 11 Τότε θα πω κι εγώ στο λαό αυτό και στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, ότι θα φυσήξει εναντίον τους ένας ζεστός άνεμος από τους λόφους της ερήμου. Δε θα ’ναι ο αέρας που λυχνίζουν και καθαρίζουν το στάρι· 12 θα είναι αέρας πιο δυνατός απ’ αυτόν και θα ’ρθει με διαταγή μου. Γιατί τώρα εγώ ο Κύριος θα ανακοινώσω τη δικαστική απόφαση εναντίον τους».
Οι εχθροί έρχονται από παντού
13 Έρχονται σύννεφο οι εχθροί κι είναι τ’ αμάξια τους ανεμοστρόβιλος· απ’ τους αετούς γοργότερα είναι τ’ άλογά τους. Αλίμονό μας! Είμαστε χαμένοι.
14 Ξέπλυνε τις κακίες της καρδιάς σου, Ιερουσαλήμ, για να σωθείς· ως πότε θα παραμένουν μέσα σου οι σκέψεις σου οι κακές;
15 Ακούστε λοιπόν: Οι αγγελιοφόροι φέρνουνε άσχημα νέα απ’ την περιοχή της Δαν κι απ’ τα βουνά του Εφραΐμ. 16 Προειδοποιήστε τα έθνη, ανακοινώστε το και στην Ιερουσαλήμ ότι έρχονται εχθροί από μακρινή χώρα με πολεμικές ιαχές ενάντια στις πόλεις του βασιλείου του Ιούδα. 17 Σαν φύλακες του αγρού την περικύκλωσαν, «γιατί επαναστάτησε εναντίον μου», λέει ο Κύριος. 18 Όλα αυτά σού τα προξένησαν η συμπεριφορά σου και τα έργα σου, λαέ του Ιούδα. Αυτή η κακία σας σάς έφερε πίκρα που έφτασε μέχρι την καρδιά σας.
Ο πόνος του Ιερεμία για την επερχόμενη καταστροφή
19 Τα σωθικά μου! Πονούν τα σωθικά μου! Σφαδάζω από τον πόνο! Η καρδιά μου πάει να σπάσει· δεν μπορώ να σωπάσω, γιατί άκουσα τον ήχο της σάλπιγγας, την πολεμική ιαχή. 20 Απανωτές ειδήσεις έρχονται για τις ήττες και τις καταστροφές. Όλη η χώρα ερημώνεται! Με μιας καταστραφήκαν οι σκηνές μας, τα παραπετάσματά μας σκίστηκαν. 21 Ως πότε θα βλέπω την πολεμική σημαία και θ’ ακούω τον ήχο της σάλπιγγας;
22 «Ο λαός μου είναι ανόητος», λέει ο Κύριος. «Δε με γνωρίζουν· είναι σαν τ’ άμυαλα παιδιά τα δίχως γνώση. Είναι πανούργοι για να κάνουν το κακό, μα το καλό δεν ξέρουν να το πράττουν».
23 Κοιτώ τη γη: έρημη είναι κι ασχημάτιστη· κοιτώ τους ουρανούς: ούτ’ ένα αστέρι. 24 Κοιτάζω τα βουνά: τρέμουν· όλοι οι λόφοι τραντάζονται. 25 Ψάχνω για ανθρώπους μα δε βρίσκω ούτ’ έναν· και για πουλιά, μα όλα έχουνε φύγει. 26 Κοιτώ την εύφορη τη γη: έγινε έρημος. Όλες οι πόλεις είναι ερείπια απ’ του Κυρίου το φοβερό θυμό. 27 Κι όλα αυτά, γιατί ο Κύριος είχε πει: «Όλη η χώρα θα ερημωθεί, αλλά ολοκληρωτική καταστροφή δεν θα προξενήσω. 28 Για τούτο θα πενθήσει η χώρα, θα σκοτεινιάσει ο ουρανός. Εγώ ο Κύριος μίλησα κι αποφάσισα· δε θα μετανιώσω ούτε θ’ ανακαλέσω».
29 Όλοι οι κάτοικοι της χώρας φεύγουν από το θόρυβο που κάνουν οι καβαλάρηδες· έρχονται οι τοξότες στα δάση κι ανεβαίνουν στους βράχους. Όλες οι πόλεις εγκαταλείπονται· κανένας πια δεν κατοικεί σ’ αυτές! 30 Κι εσύ, Ιερουσαλήμ, είσαι καταδικασμένη να καταστραφείς. Τι επιδιώκεις όταν ντύνεσαι στα κόκκινα, όταν φοράς χρυσά στολίδια και βάφεις τα μάτια σου με σκιές; Μάταια καλλωπίζεσαι! Οι εραστές σου θα σ’ εγκαταλείψουν, θα επιδιώξουν να σε σκοτώσουν. 31 Άκουσα μια φωνή, σαν της γυναίκας όταν την πιάνουν οι πόνοι του πρώτου της τοκετού. Είν’ η φωνή της Σιών που προσπαθεί να αναπνεύσει. Απλώνει τα χέρια της απελπισμένα και φωνάζει: «Βοήθεια! Με σκοτώνουν!»
1 "Se você voltar, ó Israel,
volte para mim", declara o Senhor.
"Se você afastar para longe da minha face os seus ídolos repugnantes
e não se desviar,
2 se você jurar: ‘Tão certo como vive o Senhor’
com fidelidade, justiça e retidão,
então as nações serão por ele abençoadas
e nele se gloriarão."
3 Assim diz o Senhor aos homens de Judá e de Jerusalém:
"Lavrem os seus campos não arados
e não semeiem entre espinhos.
4 Circuncidem-se para o Senhor,
removam o prepúcio do seu coração,
homens de Judá e habitantes de Jerusalém!
Se não fizerem isso, a minha ira se acenderá e queimará como fogo,
por causa do mal que vocês fizeram;
queimará, e ninguém conseguirá apagá-la.
A invasão que vem do norte
5 "Anunciem em Judá! Proclamem em Jerusalém e digam:
‘Toquem a trombeta por toda esta terra!’.
Gritem bem alto e digam:
‘Reúnam-se!
Fujamos para as cidades fortificadas!’.
6 Ergam o estandarte em direção a Sião.
Fujam sem demora em busca de abrigo!
Porque do norte eu estou trazendo desgraça,
uma grande destruição".
7 Um leão saiu da sua toca,
um destruidor de nações se pôs a caminho.
Ele saiu de onde vive
para arrasar a sua terra.
As suas cidades ficarão em ruínas
e desabitadas.
8 Por isso, vistam-se com pano de saco,
chorem e gritem,
pois o fogo da ira do Senhor
não se desviou de nós.
9 "Naquele dia", declara o Senhor,
"o rei e os seus oficiais perderão a coragem,
os sacerdotes ficarão horrorizados,
e os profetas, perplexos".
10 Então, eu disse:
— Ah, Soberano Senhor, como enganaste completamente este povo e a Jerusalém, dizendo: "Vocês terão paz", quando a espada está na nossa garganta.
11 Naquela época, será dito a este povo e a Jerusalém:
— Um vento escaldante, que vem das colinas áridas do deserto, sopra na direção do meu povo, mas não para peneirar nem para limpar. 12 É um vento forte demais, que vem da minha parte.4.12 Ou que vem ao meu comando. Agora eu pronunciarei as minhas sentenças contra eles.
13 Vejam! Ele avança como as nuvens;
os seus carros de guerra são como um furacão,
e os seus cavalos são mais velozes do que as águias.
Ai de nós! Estamos perdidos!
14 Ó Jerusalém, lave o mal do seu coração para que você seja salva.
Até quando você vai acolher projetos malignos no íntimo?
15 Ouve-se uma voz proclamando desde Dã,
e desde os montes de Efraim se anuncia calamidade.
16 Relatem isto às nações4.16 Ou Tragam estas coisas à lembrança das nações.
e proclamem contra Jerusalém:
"Um exército sitiador está vindo de uma terra distante,
dando o seu grito de guerra contra as cidades de Judá.
17 Eles a cercam como homens que guardam um campo,
pois ela se rebelou contra mim",
declara o Senhor.
18 "A sua conduta e as suas ações
trouxeram isso sobre você.
Como é amargo esse seu castigo!
Ele atinge até o coração!"
19 Ah, minha angústia, minha angústia!
Eu me contorço de dor.
Oh, a agonia do meu coração!
O meu coração dispara dentro de mim;
não posso ficar calado.
Ouvi o som da trombeta;
ouvi o grito de guerra.
20 Desastre após desastre foi proclamado;
toda a minha terra foi devastada.
Em um instante, as minhas tendas foram destruídas;
e os meus abrigos, em um momento.
21 Até quando verei o estandarte levantado
e ouvirei o som da trombeta?
22 "O meu povo é tolo;
eles não me conhecem.
São crianças insensatas
que nada compreendem.
São hábeis para praticar o mal,
mas não sabem fazer o bem."
23 Olhei para a terra,
e ela estava sem forma e vazia;
olhei para os céus,
e a sua luz tinha desaparecido;
24 olhei para os montes,
e eles tremiam;
todas as colinas oscilavam.
25 Olhei, e não havia mais gente;
todas as aves do céu tinham fugido em revoada.
26 Olhei, e a terra fértil era um deserto;
todas as suas cidades estavam em ruínas
por causa do Senhor, por causa do ardor da sua ira.
27 Assim diz o Senhor:
"Toda esta terra ficará devastada,
embora eu não vá destruí-la completamente.
28 Por causa disso, a terra ficará de luto,
e o céu, em cima, se escurecerá;
porque eu falei e não me arrependi,
decidi e não voltarei atrás".
29 Quando se ouvem os cavaleiros e os flecheiros,
todos os habitantes da cidade fogem.
Alguns vão para o meio dos arbustos,
e outros escalam as rochas.
Todas as cidades são abandonadas
e ficam sem habitantes.
30 O que você está fazendo, ó cidade devastada?
Por que se veste de escarlate
e se enfeita com joias de ouro?
Por que você pinta os olhos?
Você se embeleza em vão,
pois os seus amantes a desprezam
e querem tirar a sua vida.
31 Ouvi um grito, como de mulher em trabalho de parto,
como a agonia de uma mulher ao dar à luz o primeiro filho.
É o grito da Filha de Sião,
que, ofegante, estende as mãos, dizendo:
"Ai de mim! Estou desfalecendo.
A minha vida está nas mãos de assassinos!".