Ο Ιερεμίας ρίχνεται σε μια δεξαμενή
1 Ο Σεφατίας, γιος του Ματθάν, ο Γεδαλίας, γιος του Πασχούρ, ο Ιεουχάλ, γιος του Σελεμία, και ο Πασχώλ, γιος του Μαλχία, άκουσαν τον Ιερεμία να λέει στο λαό: 2 «Ο Κύριος λέει: "όποιος μείνει σ’ αυτή την πόλη θα σκοτωθεί στον πόλεμο ή θα πεθάνει από την πείνα και τις ασθένειες. Όποιος όμως βγει έξω και παραδοθεί στους Βαβυλώνιους δεν θα σκοτωθεί και τουλάχιστο θα σώσει τη ζωή του. 3 Η πόλη αυτή θα παραδοθεί εξάπαντος στο στρατό του βασιλιά της Βαβυλώνας κι αυτός θα την κυριέψει"». 4 Τότε οι άρχοντες είπαν στο βασιλιά: «Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να πεθάνει, γιατί με όσα λέει αποθαρρύνει όλο το λαό και τους άνδρες που έχουν απομείνει στην πόλη αυτή για να πολεμήσουν. Αυτός ο άνθρωπος δεν θέλει το καλό του λαού· θέλει το κακό του».
5 Ο Σεδεκίας είπε: «Κάντε του ό,τι θέλετε· εγώ δεν μπορώ να σας εμποδίσω». 6 Έπιασαν τότε τον Ιερεμία και τον έριξαν στη δεξαμενή του Μαλχία, γιου του βασιλιά,γιου του βασιλιά. Βλ. υποσ. εις Α΄ Βασ 22:26. που βρισκόταν στην αυλή της φρουράς. Τον κατέβασαν κάτω με σχοινιά· στον πυθμένα δεν υπήρχε νερό αλλά λάσπη και βύθισαν τον προφήτη σ’ αυτήν.
Ένας ξένος σώζει τον Ιερεμία
7 Ένας Αιθίοπας που ονομαζόταν Εβέδ-Μέλεχ κι ήταν αξιωματούχος στο παλάτι του βασιλιά, όταν άκουσε ότι έβαλαν τον Ιερεμία στη δεξαμενή κι ενώ ο βασιλιάς καθόταν και δίκαζε στην πύλη του Βενιαμίν, 8 έτρεξε έξω απ’ το παλάτι και του είπε: 9 «Κύριέ μου, βασιλιά, είναι λάθος αυτό που έκαναν οι άνθρωποι αυτοί στον προφήτη Ιερεμία. Τον έχουν ρίξει στη δεξαμενή και θα πεθάνει εκεί μέσα από την πείνα, γιατί δεν υπάρχει πια ψωμί στην πόλη».
10 Τότε ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στον Εβέδ-Μέλεχ και του είπε: «Πάρε μαζί σου τριάντα άνδρες και βγάλε τον προφήτη από τη δεξαμενή πριν πεθάνει». 11 Ο Εβέδ-Μέλεχ μ’ αυτούς τους άντρες μπήκε στο παλάτι του βασιλιά. Πήρε από την αποθήκη παλιά και σκισμένα ρούχα και τα κατέβασε με σκοινιά στη δεξαμενή, στον Ιερεμία, 12 και του είπε: «Βάλε, σε παρακαλώ Ιερεμία, αυτά τα κουρέλια κάτω από τις μασχάλες σου κι από κάτω βάλε τα σκοινιά». Έτσι κι έκανε ο Ιερεμίας. 13 Τότε τον τράβηξαν με τα σκοινιά και τον έβγαλαν έξω από τη δεξαμενή, και έμεινε ο Ιερεμίας στην αυλή της φρουράς.
Ο βασιλιάς Σεδεκίας συμβουλεύεται πάλι τον Ιερεμία
14 Ο βασιλιάς Σεδεκίας έστειλε και κάλεσε κοντά του τον προφήτη Ιερεμία, στην τρίτη είσοδο του ναού του Κυρίου, και του είπε: «Θα σε ρωτήσω ένα πράγμα, και πρόσεξε μη μου κρύψεις τίποτα». 15 Ο Ιερεμίας του λέει: «Είσαι βέβαιος πως αν σου το φανερώσω δε θα με σκοτώσεις και πως αν σε συμβουλέψω θα με ακούσεις;» 16 Τότε ο βασιλιάς Σεδεκίας υποσχέθηκε με όρκο εμπιστευτικά στον Ιερεμία τα εξής: «Μα τον αληθινό Θεό, που μας έδωσε τη ζωή, δε θα σε σκοτώσω ούτε θα σε παραδώσω στα χέρια αυτών που ζητούν να σε σκοτώσουν».
17 Τότε είπε ο Ιερεμίας στο Σεδεκία: «Ο Κύριος, ο Θεός του σύμπαντος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: "αν πράγματι βγεις και παραδοθείς στους άρχοντες του βασιλιά της Βαβυλώνας, θα ζήσεις εσύ και η οικογένειά σου, κι αυτή η πόλη δε θα πυρποληθεί. 18 Αν όμως δε βγεις να παραδοθείς στο βασιλιά της Βαβυλώνας, τότε θα παραδοθεί η πόλη στους Βαβυλώνιους που θα την πυρπολήσουν, αλλά κι εσύ δε θα ξεφύγεις από τα χέρια τους"».
19 Τότε είπε ο βασιλιάς στον Ιερεμία: «Φοβάμαι τους Ιουδαίους που προσχώρησαν στους Βαβυλώνιους, μήπως πέσω στα χέρια τους κι αυτοί με γελοιοποιήσουν».
20 Ο Ιερεμίας του είπε: «Δε θα σε παραδώσουν σ’ αυτούς· υπάκουσε, λοιπόν, στα λόγια του Κυρίου, που σου μεταφέρω και θα σου βγει σε καλό· θα επιβιώσεις. 21 Αν όμως αρνηθείς να παραδοθείς, ο Κύριος μου έχει δείξει αυτό το όραμα: 22 Όλες οι γυναίκες που απομένουν στο παλάτι του βασιλιά του Ιούδα θα συρθούν στους άρχοντες του βασιλιά της Βαβυλώνας και θα λένε για σένα:
"Ξεγέλασαν το βασιλιά
οι πιο καλοί του φίλοι
και γίναν’ απ’ αυτόν πιο ισχυροί·
κι όταν τον είδαν με τα πόδια του στη λάσπη,
τον άφησαν εκεί να βυθιστεί".
23 Όλες οι γυναίκες σου, λοιπόν, και τα παιδιά σου θα συρθούν στους Βαβυλώνιους κι εσύ δεν θα γλιτώσεις από τα χέρια τους· θα πέσεις στα χέρια του βασιλιά της Βαβυλώνας κι ετούτη εδώ η πόλη θα πυρποληθεί».
24 Τότε είπε ο Σεδεκίας στον Ιερεμία: «Να μη μάθει κανείς όσα συζητήσαμε, για να μη σε σκοτώσουν. 25 Αν μάθουν οι αξιωματούχοι ότι μίλησα μαζί σου, θα έρθουν και θα σε ρωτάνε: "για πες μας, τι είπες στο βασιλιά; Μη μας το κρύψεις, γιατί θα σε σκοτώσουμε! Τι σου είπε ο βασιλιάς;" 26 Τότε εσύ θα τους απαντήσεις: "πήγα και παρακάλεσα το βασιλιά να μη με ξαναστείλει στο σπίτι του Ιωνάθαν, για να μην πεθάνω εκεί"».
27 Ήρθαν, λοιπόν, οι αξιωματούχοι στον Ιερεμία και άρχισαν τις ερωτήσεις. Αυτός τους απάντησε σύμφωνα με όσα τον είχε διατάξει ο βασιλιάς. Έτσι σταμάτησαν να τον ρωτούν, αφού κανείς δεν είχε ακούσει τη συνομιλία. 28 Ο Ιερεμίας έμεινε στην αυλή της φρουράς ως τη μέρα που κυριεύτηκε η Ιερουσαλήμ· βρισκόταν εκεί όταν η πόλη κυριεύτηκε.
Jeremias é jogado em uma cisterna
1 Então, Sefatias, filho de Matã, Gedalias, filho de Pasur, Jucal, filho de Selemias, e Pasur, filho de Malquias, ouviram o que Jeremias estava dizendo a todo o povo:
2 — Assim diz o Senhor: "Aquele que permanecer nesta cidade morrerá pela espada, pela fome e pela peste, mas aquele que se render aos babilônios38.2 Ou caldeus. viverá. Escapará com vida e sobreviverá".38.2 Hebraico: A sua vida será para ele como despojo de guerra, e sobreviverá.3 Assim diz o Senhor: "Esta cidade com certeza será entregue ao exército do rei da Babilônia, que a conquistará".
4 Então, os líderes disseram ao rei:
— Este homem deve morrer. Ele está desencorajando os soldados que restaram nesta cidade, bem como todo o povo, com as palavras que está dizendo. Este homem não busca o bem deste povo, mas a sua ruína.
5 O rei Zedequias respondeu:
— Ele está nas suas mãos; o rei não pode opor-se a vocês.38.5 Na Septuaginta, a última frase é uma observação do narrador: porque o rei nada podia contra eles.
6 Assim, pegaram Jeremias e o jogaram na cisterna de Malquias, filho do rei, a qual ficava no pátio da guarda. Desceram Jeremias com cordas à cisterna. Não havia água nela, mas somente lama, e Jeremias atolou na lama.
7 No entanto, Ebede-Meleque, o cuxita, oficial38.7 Ou eunuco. do palácio real, ouviu que eles tinham jogado Jeremias na cisterna. Ora, o rei estava sentado à porta de Benjamim, 8 e Ebede-Meleque saiu do palácio e foi dizer-lhe:
9 — Ó rei, meu senhor, esses homens cometeram um mal em tudo o que fizeram ao profeta Jeremias. Eles o jogaram em uma cisterna para que morra de fome, pois já não há pão na cidade.
10 Então, o rei ordenou a Ebede-Meleque, o cuxita:
— Leve com você trinta homens sob as suas ordens e retire o profeta Jeremias da cisterna, antes que ele morra.
11 Então, Ebede-Meleque levou consigo os homens que estavam sob as suas ordens e foi à sala que fica debaixo da tesouraria do palácio. Pegou alguns trapos e roupas velhas e desceu cordas até Jeremias na cisterna. 12 Ebede-Meleque, o cuxita, disse a Jeremias:
— Ponha esses trapos e roupas velhas debaixo dos braços para servirem de almofada para as cordas.
Jeremias assim o fez. 13 Assim, com as cordas o puxaram para cima e o tiraram da cisterna; e Jeremias permaneceu no pátio da guarda.
Jeremias é interrogado novamente
14 Então, o rei Zedequias mandou trazer o profeta Jeremias e o encontrou na terceira entrada do templo do Senhor.
— Quero perguntar algo a você — disse o rei. — Não me esconda nada.
15 Jeremias disse a Zedequias:
— Se eu der uma resposta, não me matarás? Mesmo que eu te aconselhasse, não me escutarias.
16 O rei Zedequias, porém, fez este juramento secreto a Jeremias:
— Tão certo como vive o Senhor, de quem recebemos a vida, eu não o matarei nem o entregarei nas mãos daqueles que desejam tirar a sua vida.
17 Então, Jeremias disse a Zedequias:
— Assim diz o Senhor, o Deus dos Exércitos, o Deus de Israel: "Se você se render imediatamente aos oficiais do rei da Babilônia, a sua vida será poupada e esta cidade não será incendiada; você e a sua família viverão. 18 Mas, se você não se render imediatamente aos oficiais do rei da Babilônia, esta cidade será entregue nas mãos dos babilônios, e eles a incendiarão; nem mesmo você escapará das mãos deles".
19 O rei Zedequias disse a Jeremias:
— Tenho medo dos judeus que estão apoiando os babilônios, pois os babilônios poderão entregar-me nas mãos deles, e eles me maltratarão.
20 — Eles não te entregarão — Jeremias respondeu. — Obedece ao Senhor fazendo o que eu digo, para que tudo corra bem a ti, e a tua vida seja poupada. 21 Se, porém, não quiseres render-te, foi isto que o Senhor me revelou: 22 Todas as mulheres deixadas no palácio real de Judá serão levadas aos oficiais do rei da Babilônia. Elas dirão a você:
"Aqueles teus amigos de confiança te enganaram
e prevaleceram sobre ti.
Os teus pés estão atolados na lama;
os teus amigos te abandonaram".
23 — Todas as tuas mulheres e os teus filhos serão levados aos babilônios. Tu mesmo não escaparás das mãos deles, mas serás capturado pelo rei da Babilônia, e esta cidade será38.23 Ou e fará esta cidade ser. incendiada.
24 Então, Zedequias disse a Jeremias:
— Se alguém souber dessa conversa, você morrerá. 25 Se os líderes ouvirem que eu conversei com você e vierem dizer: "Conte-nos o que você disse ao rei e o que o rei falou a você; não esconda nada de nós, e nós não o mataremos", 26 diga a eles: "Fui suplicar ao rei que não me mandasse de volta à casa de Jônatas para morrer ali".
27 Quando os líderes vieram interrogar Jeremias, ele lhes disse tudo o que o rei tinha ordenado que dissesse. Então, eles não lhe perguntaram mais nada, pois ninguém tinha ouvido a conversa com o rei.
28 Jeremias permaneceu no pátio da guarda até o dia em que Jerusalém foi conquistada.
A queda de Jerusalém
Foi assim que Jerusalém foi tomada: