Pular para o conteúdo
Publicidade

Jeremias 40

NVI

Ο Ιερεμίας εγκαθίσταται στη Μισπά

1 Ο Κύριος μίλησε στον Ιερεμία, μετά που ο αρχηγός της σωματοφυλακής Νεβουζαραδάν τον είχε αφήσει ελεύθερο να φύγει από τη Ραμά.Μετά την απελευθέρωσή του (βλ. κεφ. 39:11-14) ο Ιερεμίας, συμπτωματικά όπως φαίνεται, οδηγήθηκε μαζί με τους άλλους συμπατριώτες του στην αιχμαλωσία.

Ο προφήτης είχε οδηγηθεί εκεί δεμένος με αλυσίδες, μαζί με όλους εκείνους από την Ιερουσαλήμ κι από το βασίλειο του Ιούδα που τους έσερναν αιχμαλώτους στη Βαβυλώνα. 2 Ο αρχηγός της σωματοφυλακής αναγνώρισε τον Ιερεμία και του είπε: «Ο Κύριος, ο Θεός σου, είχε απειλήσει αυτή τη χώρα με αυτές τις συμφορές. 3 Ο Κύριος έκανε όσα προανάγγειλε, επειδή αμαρτήσατε σαυτόν και δεν υπακούσατε στις εντολές του· γιαυτό σας βρήκαν όλα αυτά. 4 Τώρα όμως εγώ λύνω τις αλυσίδες που έχεις στα χέρια σου. Αν θέλεις να έρθεις μαζί μου στη Βαβυλώνα, έλα· εγώ θα φροντίσω για σένα. Αν πάλι δεν θέλεις, μείνε· έχεις όλη τη χώρα για να διαλέξεις. Όπου σου φαίνεται καλά και ωραία, μπορείς να πας». 5 Επειδή ο Ιερεμίας δεν απαντούσε αμέσως, ο Νεβουζαραδάν του είπε: «Γύρνα πίσω στο Γεδαλία, γιο του Αχικάμ κι εγγονό του Σαφάν. Ο βασιλιάς της Βαβυλώνας τον έχει τοποθετήσει κυβερνήτη στις πόλεις του βασιλείου του Ιούδα. Μείνε εκεί μαζί του ανάμεσα στο λαό ή πήγαινε όπου αλλού σου φαίνεται καλό».

Ο αρχηγός της σωματοφυλακής τού έδωσε τροφές και δώρα και τον άφησε να φύγει. 6 Ο Ιερεμίας ήρθε στο Γεδαλία, γιο του Αχικάμ, στη Μισπά και έμεινε μαζί του ανάμεσα στο λαό που είχε απομείνει στη χώρα.

Οι κάτοικοι του Ιούδα συγκεντρώνονται γύρω από το Γεδαλία

7,8 Στην ύπαιθρο υπήρχαν ακόμη μερικές ομάδες στρατιωτών, που δεν είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Βαβυλώνιους. Αρχηγοί τους ήταν ο Ισμαήλ, γιος του Νεθανία, ο Ιωχανάν και ο Ιωνάθαν, γιοι του Καρεάχ, ο Σεραΐας, γιος του Τανχουμέθ, οι γιοι του Εφαΐ του Νατωφαθίτη και ο Ιααζανίας, γιος κάποιου Μααχαθίτη. Αυτοί άκουσαν ότι ο βασιλιάς της Βαβυλώνας είχε τοποθετήσει κυβερνήτη στη χώρα το Γεδαλία, γιο του Αχικάμ, και είχε θέσει υπό την διοίκησή του όλους τους φτωχούς της χώρας, άντρες, γυναίκες, και παιδιά, εκείνους που δεν είχαν οδηγηθεί αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα. Τότε ήρθαν στο Γεδαλία, γιο του Αχικάμ κι εγγονό του Σαφάν στη Μισπά. 9 Ο Γεδαλίας τους όρκισε, αυτούς και τους άντρες τους, και τους είπε: «Μη φοβόσαστε να είστε δούλοι των Βαβυλωνίων· κατοικήστε στη χώρα και υπηρετήστε το βασιλιά της Βαβυλώνας και θα σας βγει σε καλό. 10 Εγώ όμως θα μείνω εδώ στη Μισπά και θα σας εκπροσωπήσω στους Βαβυλώνιους που θα έρθουν εδώ σεμάς. Εσείς συγκεντρώστε κρασί, φρούτα, λάδι και βάλτε τα στα αγγεία σας και εγκατασταθείτε στις πόλεις που έχετε επανακτήσει».

11 Στο μεταξύ, πολλοί Ιουδαίοι είχαν καταφύγει στους Μωαβίτες, στους Αμμωνίτες, στους Εδωμίτες και σε άλλες χώρες. Άκουσαν κι αυτοί ότι ο βασιλιάς της Βαβυλώνας επέτρεψε στους υπόλοιπους κατοίκους του Ιούδα να μείνουν, και ότι τοποθέτησε σαυτούς κυβερνήτη το Γεδαλία, γιο του Αχικάμ κι εγγονό του Σαφάν. 12 Γιαυτό επέστρεψαν απόλες τις χώρες όπου ήταν διασκορπισμένοι και ήρθαν στο Γεδαλία, στη χώρα του Ιούδα, στη Μισπά. Εκεί συγκέντρωσαν κρασί και φρούτα σε μεγάλες ποσότητες.

Η δολοφονία του Γεδαλία

13 Μια μέρα, ο Ιωχανάν γιος του Καρεάχ και όλοι οι αρχηγοί των στρατευμάτων που ήταν στην ύπαιθρο, ήρθαν στο Γεδαλία στη Μισπά 14 και του είπαν: «Να ξέρεις καλά ότι ο Βααλείς, ο βασιλιάς των Αμμωνιτών, έστειλε τον Ισμαήλ, γιο του Νεθανία, για να σε σκοτώσει». Ο Γεδαλίας όμως δεν τους πίστεψε. 15 Τότε ο Ιωχανάν, γιος του Καρεάχ, είπε κρυφά στο Γεδαλία στη Μισπά: «Άσε με να πάω τώρα να σκοτώσω τον Ισμαήλ, και κανείς δε θα το μάθει. Γιατί να σε σκοτώσει, και όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου του Ιούδα που είναι συγκεντρωμένοι γύρω σου να διασκορπιστούν ξανά, κι όσοι απόμειναν κάτοικοι του βασιλείου του Ιούδα να καταστραφούν;» 16 Αλλά ο Γεδαλίας του απάντησε: «Δε θα κάνεις τίποτα. Κι αυτά που λες για τον Ισμαήλ είναι όλα ψέματα».

A libertação de Jeremias

1 O Senhor dirigiu a palavra a Jeremias depois que o comandante da guarda imperial, Nebuzaradã, o libertou em Ramá. Ele tinha encontrado Jeremias acorrentado no meio de todos os cativos de Jerusalém e de Judá que estavam sendo levados para o exílio na Babilônia. 2 Quando o comandante da guarda encontrou Jeremias, disse-lhe:

Foi o Senhor, o seu Deus, que determinou esta desgraça para este lugar. 3 Agora, o Senhor a cumpriu e fez o que havia prometido. Tudo isso aconteceu porque vocês pecaram contra o Senhor e não lhe obedeceram. 4 Mas hoje eu o liberto das correntes que prendem as suas mãos. Se você quiser, venha comigo para a Babilônia, e eu cuidarei de você; se, porém, não quiser, pode ficar. Veja! Toda esta terra está diante de você; para onde for melhor e correto aos seus olhos.

5 Contudo, antes de Jeremias se virar para partir,40.5 Ou Jeremias responder. Nebuzaradã acrescentou:

Volte a Gedalias, filho de Aicam e neto de Safã, a quem o rei da Babilônia nomeou governador sobre as cidades de Judá, e viva com ele no meio do povo. Ou, se desejar, para qualquer outro lugar.

Então, o comandante lhe deu provisões e um presente e o deixou partir. 6 Jeremias foi a Gedalias, filho de Aicam, em Mispá, e permaneceu com ele no meio do povo que foi deixado na terra de Judá.

O assassinato de Gedalias

7 Quando todos os líderes do exército que ainda estavam em campo aberto com os seus soldados souberam que o rei da Babilônia havia nomeado Gedalias, filho de Aicam, como governador de Judá e o havia encarregado dos homens, das mulheres, das crianças e dos mais pobres da terra que não tinham sido deportados para a Babilônia, 8 foram até Gedalias, em Mispá. Entre eles estavam: Ismael, filho de Netanias, Joanã e Jônatas, filhos de Careá, Seraías, filho de Tanumete, os filhos de Efai, o netofatita, e Jazanias, filho do maacatita, com os seus soldados. 9 Gedalias, filho de Aicam, neto de Safã, fez um juramento a eles e aos seus soldados:

Não temam sujeitar-se aos babilônios.40.9 Ou caldeus. Estabeleçam-se nesta terra e sirvam ao rei da Babilônia, e tudo lhes irá bem. 10 Eu mesmo permanecerei em Mispá para representá-los diante dos babilônios que vierem a nós. Mas, vocês, façam a colheita das uvas para o vinho, das frutas e das olivas para o azeite. Ponham o produto em jarros e vivam nas cidades que vocês ocuparam.

11 Todos os judeus que estavam em Moabe, em Amom, em Edom e em todas as outras terras ouviram que o rei da Babilônia tinha deixado um remanescente em Judá e que havia nomeado Gedalias, filho de Aicam, neto de Safã, governador sobre eles. 12 Então, voltaram de todos os lugares para onde tinham sido espalhados; vieram para a terra de Judá e foram até Gedalias, em Mispá. E fizeram uma grande colheita de frutas de verão e de uvas para o vinho.

13 Joanã, filho de Careá, e todos os comandantes do exército que ainda estavam em campo aberto foram até Gedalias, em Mispá, 14 e lhe disseram:

Você não sabe que Baalis, rei dos amonitas, enviou Ismael, filho de Netanias, para matar você?

Contudo, Gedalias, filho de Aicam, não acreditou neles.

15 Então, Joanã, filho de Careá, disse em particular a Gedalias, em Mispá:

Irei agora e matarei Ismael, filho de Netanias, e ninguém ficará sabendo disso. Por que deveria ele fazer que os judeus que se uniram a você sejam espalhados e o remanescente de Judá seja destruído?

16 No entanto, Gedalias, filho de Aicam, disse a Joanã, filho de Careá:

Não faça uma coisa dessa. O que você está dizendo sobre Ismael não é verdade.

Veja também